Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

''ΠΟΙΟΣ ΗΡΘΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ ΑΠΟΨΕ'': ΠΑΛΙΑ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

Ποιος ήρθε στο σπίτι μας απόψε
Κοινωνική σειρά 8 επεισοδίων των 45 λεπτών
Πρεμιέρα στην ΕΤ-2 τη Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 1989
Παραγωγή της ΕΤ-2
Σενάριο της Διονυσίας Παπαϊωάννου
Σκηνοθεσία του Γιώργου Πετρίδη
Ηθοποιοί Γιάννης Βούρος, Παύλος Χαϊκάλης, Ελένη Ράντου, Ελένη Θεοφίλου, Όλγα Πολίτου.
…Αυτοτελή επεισόδια με κεντρικό άξονα αναφοράς σε κάθε ιστορία έναν απροσδόκητο μουσαφίρη που καταφθάνει απρόσκλητος σε μικροαστικά σπίτια, αναστατώνοντας τη ζωή των κατοίκων τους….
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

JUAN PERON - ΧΟΥΑΝ ΠΕΡΟΝ

Χουάν Περόν 1895-1974
Ο αργεντινός πολιτικός Χουάν Ντομίνγκο Περόν γεννήθηκε στο Λόμπος της επαρχίας του Μπουένος ΑΪρες. Ηταν κρεολός, γιος κτηματία. Στα 16 του χρόνια μπήκε σε στρατιωτική σχολή και μετά την αποφοίτησή του ανέβηκε γρήγορα τις βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας για να φθάσει τελικά ως τον βαθμό του συνταγματάρχη.
Κατά τη δεκαετία του 1930 υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στη Χιλή και αργότερα στη Ρώμη. H μακροχρόνια παραμονή του στην Ευρώπη, όπου μετεκπαιδεύθηκε, του έδωσε τη δυνατότητα να μελετήσει το φασιστικό σύστημα της Ιταλίας και το ναζιστικό της Γερμανίας. Από την εμπειρία αυτή ξεκίνησε η σκέψη του για την εγκαθίδρυση ενός παρόμοιου καθεστώτος στην πατρίδα του.
Το 1941 ο Περόν επέστρεψε στην Αργεντινή και σύντομα ανέλαβε ηγετική θέση στη μυστική στρατιωτική οργάνωση Ομάδα Ενωμένων Αξιωματικών. Την εποχή εκείνη στην Αργεντινή οι δημοκρατικοί θεσμοί ουσιαστικά δεν λειτουργούσαν και οποιαδήποτε σκέψη για επιστροφή στη συνταγματική ομαλότητα προσέκρουε στη σφοδρή αντίδραση των συντηρητικών και φασιστικών κύκλων. H χώρα τελούσε υπό τον έλεγχο των στρατιωτικών ακόμη και όταν τη θέση του προέδρου της κατείχε πολιτικό πρόσωπο.
Με την έκρηξη του B´ Παγκοσμίου Πολέμου ο πρόεδρος της Αργεντινής Ραμόν Καστίγιο, ο οποίος κυβερνούσε με την υποστήριξη του πανίσχυρου στρατηγού Αγκουστίν Πέδρο Χούστο, είχε κηρύξει την Αργεντινή ουδέτερη, με την προσδοκία της οικονομικής ωφέλειας που θα της εξασφάλιζε η διατήρηση καλών σχέσεων με όλους τους εμπολέμους. Παρ' όλα αυτά στο εσωτερικό της οι αντίθετες πολιτικές παρατάξεις ασκούσαν πιέσεις για να ταχθεί η Αργεντινή είτε στο πλευρό των Συμμάχων είτε στο πλευρό του Αξονα.
H δημιουργία της βάσης
Το 1943 πέθανε ο στρατηγός Χούστο αφήνοντας χωρίς στήριγμα τον πρόεδρο Καστίγιο, τον οποίο, τον Ιούνιο, ανέτρεψε στρατιωτικό πραξικόπημα.
Ακολούθησε σειρά στρατιωτικών κυβερνήσεων με στρατηγούς στη θέση του προέδρου. Ο Περόν, η οργάνωση του οποίου είχε παίξει τον πρώτο ρόλο στο πραξικόπημα, διορίστηκε υπουργός Εργασίας και Πρόνοιας. Οταν το 1944 η
προεδρία περιήλθε στον στρατηγό Εδελμίρο Φαρέλ, ο Περόν ανέλαβε επιπλέον την αντιπροεδρία της χώρας και το υπουργείο Στρατιωτικών.
Από τις θέσεις αυτές, και ιδίως του υπουργού Εργασίας, ο Περόν δημιούργησε τη βάση των οπαδών του στην εργατική τάξη, των λεγόμενων descamisados, των «χωρίς πουκάμισο». Ο Περόν κατόρθωσε να προσεταιριστεί τα εργατικά σωματεία με διάφορες παροχές προς τους εργαζομένους και διευκολύνοντάς τα να πετύχουν καλύτερους όρους από τους εργοδότες. Ετσι, όταν οι αντίπαλοί του τον συνέλαβαν και τον έθεσαν υπό περιορισμόν τον Οκτώβριο του 1945, οι οπαδοί του στα εργατικά σωματεία, υπό την καθοδήγηση της δαιμόνιας ερωμένης του Εύας Μαρίας Ντουάρτε, της κατόπιν πασίγνωστης Εβίτας, διοργάνωσαν απεργίες και διαδηλώσεις που απαίτησαν και πέτυχαν την απελευθέρωσή του. Τέσσερις ημέρες αργότερα ο Περόν, χήρος, νυμφεύθηκε την Εβίτα.
H πρώτη προεδρία
Ο Περόν είχε γίνει πλέον ο ισχυρός ανήρ της Αργεντινής και ο ουσιαστικός ρυθμιστής της κατάστασης στη χώρα. Εν τω μεταξύ, υπό τις διεθνείς πιέσεις και με την απειλή κυρώσεων σε βάρος της Αργεντινής, ο πρόεδρος Φαρέλ αναγκάστηκε να προσανατολίσει το καθεστώς του προς δημοκρατικότερες κατευθύνσεις. Παρά ταύτα οι εκλογές του Φεβρουαρίου 1946 έγιναν υπό καθεστώς τρομοκρατίας για τους φιλελεύθερους αντιπάλους του Περόν, ο οποίος εξελέγη πρόεδρος με το 56% των ψήφων.
Το πολιτικό πρόγραμμα του Περόν, που ο ίδιος το αποκαλούσε «τρίτη θέση», ανάμεσα δηλαδή στον καπιταλισμό και στον κομμουνισμό, ήταν έντονα και απλοϊκά εθνικιστικό, αντιιμπεριαλιστικό και εχθρικό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία και επικεντρωμένο στο πρόσωπό του. Με κυριότερο προπαγανδιστικό του μέσο τον άκρατο συντηρητικό λαϊκισμό το πρόγραμμα αυτό βασιζόταν στην οικονομική αυτάρκεια και στην ταχεία εκβιομηχάνιση, σε βάρος του αγροτικού τομέα, η οποία απέβλεπε στην ενίσχυση της εργατικής τάξης που αποτελούσε τη λαϊκή βάση του Περόν. Στο πολιτικό επίπεδο ο Περόν, αφότου ανέλαβε την εξουσία, γινόταν όλο και περισσότερο απολυταρχικός και καταπιεστικός: οι αντίπαλοί του φυλακίζονταν, ο Τύπος φιμωνόταν, η εκπαίδευση και η Δικαιοσύνη τελούσαν υπό ασφυκτικό κρατικό έλεγχο.
Με τις παροχές του προς την εργατική τάξη, τις αυξήσεις των αμοιβών και τα ποικίλα άλλα ευεργετήματα, ο Περόν κατόρθωσε να αυξήσει ακόμη περισσότερο τους οπαδούς του ανάμεσα στις μάζες των εργαζομένων. Από την άλλη, με τη βοήθεια της δημοφιλούς Εβίτας, η οποία, ως κυριότερη σύμβουλός του, ήταν σαν ανεπίσημο μέλος της κυβέρνησης, ο Περόν μετέτρεψε τα εργατικά σωματεία σε στρατευμένες οργανώσεις φασιστικού τύπου.
Οι συνθήκες αλλάζουν
Αν και η δημοτικότητά του είχε ήδη αρχίσει να κλονίζεται, ο Περόν, βοηθούμενος και από σχετική συνταγματική τροπολογία, στις εκλογές του 1951 επανεξελέγη πρόεδρος.
Οι συνθήκες όμως είχαν πλέον αλλάξει. Την πηγή που έδινε στον Περόν τη
δυνατότητα να προβαίνει σε τόσο πλούσιες παροχές προς τους εργαζομένους την τροφοδοτούσαν οι συσσωρευμένοι πόροι από τις αυξημένες εξαγωγές της Αργεντινής κατά τη διάρκεια του B' Παγκοσμίου Πολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Αλλά με τη βαθμιαία εξομάλυνση των αγορών το εμπόριο άρχισε να μην πηγαίνει τόσο καλά, ενώ παράλληλα αυξήθηκε ο πληθωρισμός.
Με τις νέες συνθήκες η αλόγιστη σπατάλη δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε οικονομική κρίση, στην οποία ήρθε να προστεθεί η δυσαρέσκεια για τη διαφθορά, τη δημαγωγία και την καταπίεση. Σημειώθηκαν ωστόσο και άλλες εξελίξεις που συνέβαλαν στη μείωση της δύναμης του Περόν. Ο θάνατος της Εβίτας το 1952 υπήρξε για τον Περόν βαρύτατο πλήγμα, όχι μόνο συναισθηματικό αλλά και πολιτικό. Οι σπουδαστές στράφηκαν εναντίον του και η αντικληρικαλική στάση του οδήγησε στον αφορισμό του από την Καθολική Εκκλησία το 1955. Παράλληλα ο ετερόκλητος συνασπισμός που τον στήριζε ως τότε, εργαζόμενοι, αντιδραστικοί, εθνικιστές, κληρικοί και στρατός, διαλύθηκε.
Στις 10 Σεπτεμβρίου 1955 στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον Περόν, ο οποίος κατέφυγε πρώτα στην Παραγουάη και κατόπιν στην Ισπανία. Αφησε ωστόσο πίσω του πολυάριθμους οπαδούς και ο περονισμός π
αρέμεινε η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στην Αργεντινή.
Επιστροφή από την εξορία
Οι κυβερνήσεις της Αργεντινής μετά την αναχώρηση του Περόν, πολιτικές ή στρατιωτικές, αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Στη χώρα επικρατούσαν ανησυχία και δυσαρέσκεια, και ένας από τους λόγους για αυτή την κατάσταση ήταν ο αποκλεισμός του ολοένα διογκούμενου περονιστικού κινήματος από την εξουσία.
Το 1971 ο πρόεδρος της Αργεντινής στρατηγός Αλεχάντρο Αγκουστίν Λανούσε είχε πεισθεί ότι η αποκατάσταση της τάξης στη χώρα θα ήταν αδύνατη χωρίς τον Περόν και έτσι του έδωσε την άδεια να επιστρέψει. Δεν του επετράπη να πάρει μέρος στις προεδρικές εκλογές του Μαρτίου 1973, αλλά ο περονικός υποψήφιος Εκτωρ Κάμπορα νίκησε. Τον Ιούλιο ο Κάμπορα παραιτήθηκε και τον Σεπτέμβριο ο Περόν
εξελέγη πρόεδρος με το 62% των ψήφων. H τρίτη σύζυγός του, η πρώην χορεύτρια Ισαβέλλα, την οποία είχε νυμφευθεί το 1961, εξελέγη αντιπρόεδρος, αν και οι περονικοί την αντιπαθούσαν, προσκολλημένοι στη μνήμη της αγαπημένης τους Εβίτας.
Μόλις ανέλαβε πάλι την εξουσία ο Περόν προσανατολίστηκε σταθερά προς τα δεξιά. Δεν πρόφθασε όμως να κάνει πολλά. Πέθανε από καρδιακή προσβολή και η χήρα του τον διαδέχθηκε στην προεδρία.
H Ισαβέλλα Περόν δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη καμιάς ισχυρής ομάδας, ούτε καν των φιλοπερονικών εργατικών σωματείων. Ακολούθησε περίοδος τρομοκρατίας και βίας ως την επέμβαση των στρατιωτικών στις 24 Μαρτίου 1976, οι οποίοι ανέτρεψαν την Ισαβέλλα και εγκατέστησαν ένα από τα πλέον αιμοσταγή καθεστώτα στην ιστορία της Νότιας Αμερικής.
ΑΠΟ ΤΟ www.tovima.gr

TREATY OF SAN STEFANO - Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου
Η Συνθήκη Αγίου Στεφάνου Κωνσταντινούπολης υπογράφτηκε μεταξύ της Ρωσικής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, θέτοντας τέρμα στον Β΄ Ρωσο-Τουρκικό πόλεμο (Απρίλιος 1877 - Ιανουάριος 1878), η ένοπλη φάση του οποίου είχε λήξει με την
Ανακωχή Ανδριανούπολης (30 Ιανουαρίου 1878). Η Συνθήκη αυτή υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1878 στο προάστιο Άγιος Στέφανος της Κωνσταντινούπολης, εξ ου και το όνομά της, την οποία προσυπέγραψε και η Γερμανία.
Με τη συνθήκη αυτή ανατρέπονταν οριστικά οι συνέπειες της συνθήκης των Παρισίων. Συγκεκριμένα:
Ανακηρύχθηκε η Βουλγαρία σε μεγάλη αυτόνομη Ηγεμονία συνολικής έκτασης 163.000 τετρ χλμ. περιλαμβάνοντας την περιοχή από τον Δούναβη μέχρι το Αιγαίο, δηλαδή την κυρίως σημερινή Βουλγαρία, την Ανατολική Ρωμυλία, τη
Δυτική Θράκη
, και την Μακεδονία (με τον λιμένα της Καβάλας) πλην της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής.
Η Ρουμανία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο μετά την απαλλαγή τους από την οθωμανική επικυριαρχία καθίσταντο ανεξάρτητα Κράτη με δικαίωμα διεύρυνσης συνόρων με προσάρτηση γειτονικών περιοχών.
Η
Ερζεγοβίνη
και η Βοσνία καθίστανταν επίσης αυτόνομες, αποσπώμενες μεν οριστικά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά υπό την κηδεμονία της Αυστρίας (ως αντάλλαγμα για την μη συμμετοχή της στον πόλεμο κατά της Ρωσίας).
Για δε την μεγαλόνησο Κρήτη η συνθήκη αυτή προέβλεπε την εφαρμογή του Οργανικού Χάρτη του 1868. Και ανάλογη διοργάνωση προβλεπόταν να εισαχθεί για την Ήπειρο, την Θεσσαλία και λοιπά ελλαδικά διαμερίσματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οριζόμενη ειδική επιτροπή που θα μελετούσε τις λεπτομέρειες το
υ Οργανισμού αυτού που όμως (κατά το κείμενο της συνθήκης) «Προ της εφαρμογής αυτών η Τουρκία θέλει συμβουλευθεί την Ρωσίαν».
Επίσης η Ρωσία εξασφάλιζε την απόδοση σε αυτήν όσων εδαφών έχασε με τον Κριμαϊκό πόλεμο καθώς επίσης εδάφη στον Καύκασο και την Αρμενία.
Η σημαντικότερη όμως συνέπεια της συνθήκης ήταν η αναγνώριση αυτόνομης Βουλγαρικής Ηγεμονίας, στην οποία περιέρχονταν όλα τα εδάφη μεταξύ Δούναβη και Ροδόπης, το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας (εξαιρουμένης της περιοχής Θεσσαλονίκης) και ολόκληρη η κοιλάδα του Αξιού. Στην ουσία με τη συνθήκη αυτή η Τουρκία έχανε το μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών της εδαφών. Τέλος υποχρεωνόταν να αφήσει πλήρως ανοιχτά τα στενά για τα σκάφη όλων των κρατών, με την εξαίρεση όσων είναι σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Ρωσία.Η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ανέτρεπε πλήρως την ισορροπία δυνάμεων που είχε επιβληθεί στην Ανατολή κατά τις προηγούμενες 2 δεκαετίες, προκαλώντας την αντίδραση των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων. Τελικά η Ρωσία αναγκάστηκε να δεχτεί τη σύγκληση συνεδρίου στο Βερολίνο με σκοπό την αναθεώρηση της συνθήκης.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Ρένος Αποστολίδης
Ο Ρένος Αποστολίδης (Αθήνα, 2 Μαρτίου 1924 – Αθήνα, 10 Μαρτίου 2004) ήταν έλληνας συγγραφέας και κριτικός της λογοτεχνίας της Μεταπολεμικής γενιάς.
Βιογραφία
Πατέρας του ήταν ο Ηρακλής Ν. Αποστολίδης, δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης σε πολλές αθηναϊκές εφημερίδες, διευθυντής της Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού, διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης (1945–1959) και δημιουργός της πρώτης Ανθολογίας Ποίησης και Διηγήματος (α΄ έκδοση 1933· η συγκεκριμένη Ανθολογία συνεχίστηκε από τον Ρένο και τους γιους του Ρένου). Η μητέρα του, Ελπινίκη, το γένος Ζαμπέλη, ήταν δασκάλα.
Το 1935 τέλειωσε το δημοτικό σχολείο και το 1941 το Βαρβάκειο Γυμνάσιο, όπου στις 28 Οκτωβρίου του 1941 οργάνωσε μαθητική αποχή. Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής παρέμεινε ανένταχτος.
Με την απελευθέρωση, έζησε από κοντά τα τραγικά γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944. Το 1945 άρχισε να σπουδάζει Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του, γιατί τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό κατά την διάρκεια του Εμφύλιου. Ζώντας από κοντά την καταστροφή και τον θάνατο, ορκίστηκε να μην ρίξει ούτε μία σφαίρα και να καταγράψει ό,τι ζούσε επί δυόμισι χρόνια στον Γράμμο, στο Βίτσι και κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Ρούμελης και της Πελοποννήσου. Μόλις απολύθηκε, δημοσίευσε την Πυραμίδα 67, ένα από τα πιο αυθεντικά κείμενα για τον Εμφύλιο Πόλεμο.
Το 1950 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, για να διδάξει κατόπιν Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία και Λατινικά σε ιδιωτικά αθηναϊκά γυμνάσια. Η πρώτη του εμφάνιση στον χώρο των Γραμμάτων έγινε το 1944, με την δημοσίευση του δοκιμίου «Καιρός τού είναι» στο περιοδικό Γράμματα. Έναν χρόνο αργότερα, εξέδωσε την πρώτη του συλλογή δοκιμίων Τρεις σταθμοί μιας πορείας. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας ως συντάκτης (Ελευθερία, Νίκη, Εικόνες, Γνώσεις, Νεώτερον Λεξικόν Ηλίου, Ανεξάρτητος Τύπος κ.ά.) και ως κριτικός (Γράμματα, Φοιτητική Φωνή, Δελτίον του Βιβλίου, Κύκλος, Κοχλίας, Νέα Εστία, Νέοι Ρυθμοί, Νέες Εικόνες, Έθνος, Εθνικός Κήρυκας, Εποπτεία και Νέα Κοινωνιολογία).
Από το 1951 ανέλαβε την αρχισυνταξία και την κριτική στήλη στο περιοδικό Ο Αιώνας μας, και το 1952 ίδρυσε με τον πατέρα του το περιοδικό Τα Νέα Ελληνικά, από τις σελίδες του οποίου άσκησε έντονη κριτική «εναντίον του πολιτικού και λογοτεχνικού κατεστημένου», και ιδιαιτέρως κατά της «Γενιάς του '30», καταλογίζοντάς της «πνευματική και ηθική ανεπάρκεια». Για την στάση του αυτή, οι κριτικοί της εποχής τον αγνόησαν περιφρονητικά ή έφτασαν στο σημείο να μηνύσουν (ο Καραγάτσης, συγκεκριμένα) αυτόν και τον πατέρα του. Ωστόσο, το 1960 έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για την συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές.
Από το 1962 έως το 1964, διετέλεσε συνεργάτης της Γενικής Διεύθυνσης του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Στις
κοινοβουλευτικές εκλογές του 1963 κατήλθε υποψήφιος βουλευτής, και στις δημοτικές εκλογές του 1964 κατήλθε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων. Το 1965 ο Ρένος Αποστολίδης μετά το τέλος μιας διαδήλωσης, εισήλθε -επικεφαλής οργισμένου πλήθους- στην Βουλή. Για την πράξη του αυτή συνελήφθη και καταδικάστηκε σε δυόμισι έτη φυλάκιση, ποινή από την οποία εξέτισε μόνο τρεις μήνες.
Κατά την διάρκεια της δικτατορίας, το 1969, άρχισε να δημοσιεύεται στον αθηναϊκό Τύπο η Ανθολογία Διηγήματος του Ηρακλή Ν. Αποστολίδη, την οποία ο Ρένος Αποστολίδης παραχώρησε δωρεάν, υπό τον απόλυτο όρο της μη παρεμβάσεως στα κείμενα εκ μέρους της λογοκρισίας. Η δημοσίευση, ωστόσο, της δικής του νουβέλας Ο Α2, με θέμα τον Εμφύλιο, προκάλεσε την επέμβαση της λογοκρισίας και την διακοπή της εμφάνισης της Ανθολογίας.
Μετά την δικτατορία και έως το 1979, συνέχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Τετράμηνα και δημοσίευσε πάμπολλα έργα του. Στα τελευταία του χρόνια έκανε δημόσιες διαλέξεις και εμφανίζονταν και στην τηλεόραση, πάντα για θέματα ελληνικής γλώσσας, παιδείας και λογοτεχνίας. Ας σημειωθεί ότι ήταν λάτρης του πολυτονικού συστήματος γραφής και υπερασπίστηκε πάντα την ιστορική ελληνική ορθογραφία.
Πέθανε στις 10 Μαρτίου του 2004 χτυπημένος από οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Μιας και ήταν άθεος, η ταφή του έγινε χωρίς θρησκευτική τελετή.
Το έργο του
Το δημοσιευμένο έργο του Ρένου Αποστολίδη ανέρχεται στα τριάντα βιβλία με διηγήματα, δοκίμια και κριτική. Επιμελήθηκε την κλασική επτάτομη Ανθολογία Ποίησης και Διηγήματος και μετάφρασε και σχολίασε με τους γιους του, Ήρκο και Στάντη, την εξάτομη Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Διαδόχων και Επιγόνων του Droysen. Μαζί με τους γιους του, εξέδωσε επίσης την σχολιασμένη έκδοση των Απάντων του Καβάφη.
Βασικό χαρακτηριστικό του πεζογραφικού έργου του είναι η κυριαρχία της παρεμβολής του συγγραφέα στην ροή της αφήγησης και η έκφραση της προσωπικής του άποψης και οπτικής του μύθου με τρόπο άμεσο. Κύρια πηγή της θεματολογίας του είναι η περίοδος της γερμανικής κατοχής και του ελληνικού Εμφυλίου. Τα ιστορικά γεγονότα αυτής της περιόδου τα εντάσσει στην αφήγησή του, «τόσο για να κρίνει τις αρνητικές τους επιπτώσεις όσο και για να τονίσει το υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο οδηγούν τους ήρωές του». Στα μεταγενέστερα έργα του στράφηκε προς την σύγχρονη πραγματικότητα, διατηρώντας ωστόσο την άποψή του για τις επιπτώσεις του Εμφυλίου στην μετέπειτα πολιτική και κοινωνική ζωή της Ελλάδας.
Το αρχείο του, με δημοσιεύματα, επιστολές κι ανέκδοτα κείμενα, ξεπερνάει τις 40.000 σελίδες. Σε DVD κυκλοφορούν τα καλύτερα αποσπάσματα του ντοκιμαντέρ Ο Εμφύλιος μέσα μας (που βασίστηκε στην Πυραμίδα 67) σε σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη.
Έργα του μεταφράστηκαν στα ολλανδικά, γερμανικά, γαλλικά και ιταλικά.
Εργογραφία
Δικά του έργα
Τρεις σταθμοί μιας πορείας, 1945
Τα φτερά του πελαργού, 1949
Ποιητικά γράμματα, 1949
Πυραμίδα 67, 2006, 6η έκδοση (πρώτη έκδοση 1950
Τα Νέα Ελληνικά (περιοδικό), 1952, 1957, 1966–1967
Ιστορίες από τις νότιες ακτές, 1960
Το κριτήριο, 1960
Ο γρασαδόρος και τα χειρόγραφα του Max Tod, 1970
Κριτική του Μεταπολέμου, 1970
Βορά στο θηρίο, 1963
Κατηγορώ, 1963
Στη γέμιση του φεγγαριού, 1981
Ο Α2, 1995 (πρώτη έκδοση 1968)
Κλειδιά, 1968
Η άλλη ιστορία, 1972
Ανθύλη, 1973
Από τον κόσμο ΡΑ, 1973
Τετράμηνα (περιοδικό), 1974–1979 Αντι-τύπος, 1975
Renos, 1977
Καμμένα φτερά, 1978
Άξονες, 1979
Οι Ερινύες, 1980
Ημερολόγια της Ανθολογίας, 1980 –1983
ΚΑΙΓΕ, 1982
Οι εξάγγελοι, 1984
Η αυτοκρατορiα των σκουπιδιών, 1989
Οι γάτες, 1989
Ο κεραυνός, 1991
Η δίνη, 1993
Στον κυνηγημένο καιρό, 1993
Απάντηση στην «Πυραμίδα 67», 1996
Αυτός που γαβγίζουν οι σκύλοι, 1998
Ουλάν Μπατόρ, 1999
Το μαύρο καράβι, 2004

ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟ-ΠΟ

Ιστορική Αναδρομή - Εξέλιξη Παιχνιδιού
Την Κυριακή 1η Μαρτίου 1959 έγινε ο πρώτος διαγωνισμός του ΠΡΟΠΟ, που έμελλε να καταξιωθεί στη συνείδηση των Ελλήνων σαν ένα λαϊκό παιγνίδι πρόβλεψης και τύχης που γεμίζει με ελπίδα τους παίκτες του και προσφέρει πολλά χρήματα και νέα ζωή στους τυχερούς νικητές του.Στον 1ο Διαγωνισμό του ΠΡΟΠΟ συμπληρώθηκαν 727.340 στήλες. Το πρώτο δελτίο ΠΡΟΠΟ περιελάμβανε 12 αγώνες. Την ίδια χρονιά, στον 8ο Διαγωνισμό έγινε ρεκόρ στηλών με 4.010.502 στήλες, ένα ρεκόρ που κράτησε για πολλά χρόνια.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΕΛΤΙΟ
Ολυμπιακός (ΑΘ) - Παναθηναϊκός (ΑΘ)
Απόλλων (ΘΕΣ) - Άρης (ΘΕΣ)
Α.Ε.Κ. (ΑΘ) - Εθνικός (ΠΕΙΡ)
Π.Α.Ο.Κ. (ΘΕΣ) - Πανιώνιος (ΑΘ)
Παναιγιάλειος - Δόξα Δράμας
Ερμής (ΠΕΙΡ) - Δόξα (ΠΕΙΡ)
Δάφνη (ΑΘ) - Α.Ε. Ν. Ιωνίας (ΑΘ)
Ηλυσιακός (ΑΘ) - Ατρόμητος (ΑΘ)
Α.Ο. Κηφισίας (ΑΘ) - Γ.Σ. Αμαρουσίου (ΑΘ)
10. Φίλιππος (ΘΕΣ) - Δόξα (ΘΕΣ)
11. VERONA - NOVARA
12. TARANTO - ATALANTA
Μέχρι τον Μάρτιο του 1965, οπότε οι αγώνες του δελτίου έγιναν 13, είχαμε μόνο δύο κατηγορίες νικητών που μοιράζονταν το 45% των εσόδων κάθε διαγωνισμού. Οι πράκτορες το 1959 κρατούσαν το 5% των εισπράξεων.Η τιμή της στήλης ήταν 2,50 δραχμές μέχρι και το 1975 οπότε έγινε και η πρώτη αναπροσαρμογή της τιμής της στις 4 δραχμές, ενώ σήμερα κοστίζει 0,15 Ευρώ (50 δρχ.).Για τριάντα δύο χρόνια, από το 1959 έως το 1990, το ΠΡΟΠΟ ήταν το μοναδικό παιχνίδι που οργάνωνε ο Ο.Π.Α.Π.. Για 32 χρόνια ήταν η μοναδική πηγή εσόδων του Ελληνικού Αθλητισμού. Ήταν το κατεξοχήν λαϊκό παιχνίδι.Μέχρι το 1995 το ΠΡΟΠΟ ήταν χειρόγραφο και όλες τις φάσεις ανακήρυξης των νικητών τις πραγματοποιούσαν ανθρώπινα χέρια και όχι σύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές όπως σήμερα. Η εξέλιξη όμως της τεχνολογίας δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστο το μεγάλο αυτό λαϊκό παιχνίδι, το ΠΡΟΠΟ.Το Μηχανογραφημένο δελτίο ΠΡΟΠΟ, που εισήχθη στην αγορά στις 15 Απριλίου 1995, διαφέρει ριζικά από το παλαιό τόσο στη μορφή όσο και στον τρόπο συμπλήρωσής του. Κυρίως όμως διαφέρει στη διαδικασία επεξεργασίας του, μια επεξεργασία που μέχρι τότε απαιτούσε πολύ χρόνο και από τη στιγμή που η διεκπεραίωσή της βασιζόταν αποκλειστικά στον ανθρώπινο παράγοντα, ήταν φυσικό να υπάρχουν κάποια λάθη ή ακόμα και παραλείψεις (ενστάσεις, κλπ.). Το σύγχρονο πληροφορικό σύστημα της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. καλύπτει πλέον όλο το φάσμα των εργασιών από την κατάθεση των δελτίων μέχρι και την έκδοση των αποτελεσμάτων, εγγυάται δε την πλήρη ασφάλεια του παιχνιδιού, την ταχύτατη ανακήρυξη των αποτελεσμάτων και το μηδενισμό των λαθών.Στις 31 Αυγούστου 1997, το ΠΡΟΠΟ αναμορφώθηκε και έγινε ΠΡΟΠΟ με ΣΟΥΠΕΡ 13 προσθέτοντας έναν επιπλέον αγώνα (Σ13), για τη δημιουργία μιας ακόμα κατηγορίας νικητών ΣΟΥΠΕΡ 13. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται όσοι 13άρηδες έχουν προβλέψει σωστά και τον επιπλέον αγώνα. Επίσης καθιερώθηκε το ΤΖΑΚ-ΠΟΤ στο παιχνίδι ΠΡΟΠΟ, για την κατηγορία ΣΟΥΠΕΡ 13 και για όσες κατηγορίες νικητών έχουν μερίδια κάτω από €0,88.Στις 7 Μαρτίου 2006 καταργείται το Σούπερ 13 και γίνεται ΠΡΟΠΟ 14 αγώνων και ΠΡΟΠΟ 7 αγώνων (ΠΡΟΠΟ 14&7). Εφαρμόζεται ΤΖΑΚ-ΠΟΤ σε όλες τις κατηγορίες νικητών. Οποιοδήποτε μερίδιο κέρδους καταβάλλεται στους νικητές. Η παραγραφή κερδών ορίζεται στους τρεις (3) μήνες. Λαμβάνεται υπόψη η κανονική διάρκεια των αγώνων (δεν ισχύει τυχόν παράταση). Η τιμή της στήλης γίνεται € 0,15. Σε περίπτωση αναβολής αγώνα η νικήτρια στήλη συμπληρώνεται με κλήρωση, εφόσον ο αγώνας δεν διεξαχθεί μέσα σε μία ημέρα από την τελευταίο αγώνα του δελτίου.Στις 26 Ιανουαρίου 2009 η τιμή στήλης διαμορφώνεται σε € 0,25 και διατίθενται τα νέα ανασχεδιασμένα δελτία με περισσότερες επιλογές για τον παίκτη.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

''ΟΛΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΔΥΣΚΟΛΑ'': ΠΑΛΙΑ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

Όλα του γάμου δύσκολα
Σατιρική σειρά 6 επεισοδίων διάρκειας 30 λεπτών
Πρεμιέρα στην ΕΡΤ τη Παρασκευή 20 Μαρτίου 1981
Παραγωγή του Μιχάλη Μαραγκάκη
Σενάριο της Μαρίας Πολενάκη
Σκηνοθεσία των Βασίλη Γεωργιάδη (3) και Μιχάλη Παπανικολάου (3)
Ηθοποιοί Γιώργος Πάντζας, Μαρία Σπαντιδάκη, Δέσπω Διαμαντίδου, Λουίζα Ποδηματά, Νάσος Κεδράκας, Γιάννης Ζαβραδινός.
Αυτοτελείς σατιρικές ιστορίες με θέμα το γάμο ενός νεαρού ερωτευμένου ζευγαριού και τα προβλήματα συγκατοίκησης που δημιουργούνται μεταξύ τους εξαιτίας των διαφορετικών τους χαρακτήρων και της επέμβασης των πεθερικών….
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

MACAU - ΜΑΚΑΟΥ

Μακάου
Η Ειδική Διοικητική Περιφέρεια Μακάου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (κινέζικα: 中華人民共和國澳門特別行政區 πορτογαλικά: Região Administrativa Especial de Macau da República Popular da China [ πορτογαλικά ], συντομογραφία RAEM), ευρύτερα γνωστή ως Μακάο, είναι μια μικρή περιοχή της νοτιοανατολικής ακτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με έκταση 27.3 km² και 460,000 πληθυσμό. Διοικούμενο από την Πορτογαλία ως το 1999, ήταν η παλιότερη ευρωπαϊκή αποικία στην Κίνα, χρονολογούμενη από τον 16ο αιώνα. Η διοίκηση του Μακάο μεταβιβάστηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 στη Λ.Δ. της Κίνας και είναι τώρα μία από τις δύο ειδικές διοικητικές περιφέρειες της χώρας, μαζί με το Χονγκ Κονγκ.
Επίσημη γλώσσα του Μακάο είναι τόσο η μανδαρινική κινεζική όσο και η πορτογαλική. Επίσης χρησιμοποιείται επίσημα η καντονεζική διάλεκτος της κινεζικής.
Γεωγραφία
Το Μακάου ή Μακάο (Macau ή Macao) άλλοτε υπερπόντιο εδαφικό διαμέρισμα της Πορτογαλίας, βρίσκεται στις νότιες ακτές της Κίνας, στην οποία επιστράφηκε στις 20 Δεκεμβρίου 1999. Βρίσκεται στη δυτική πλευρά των εκβολών του ποταμού Τσου (Τσου Τσιανγκ), νότια από την Καντόνα και απέναντι από την πρώην βρετανική αποικία τού Χονγκ Κονγκ. Περιλαμβάνει μια μικρή και στενή χερσόνησο τής κινεζικής επαρχίας Κουάνγκ-τουνγκ και τα νησιά Τάιπα και Κουλόανε. Έχει συνολική έκταση 16,9 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η πόλη του Μακάου καταλαμβάνει ολόκληρη σχεδόν τη χερσόνησο. Η ονομασία της προέρχεται από την κινεζική λέξη Α-μανγκάο, δηλαδή Όρμος της θεάς Α-μα, προστάτιδας των ναυτικών.
Τόσο η χερσόνησος όσο και τα νησιά αποτελούνται από γρανιτικούς λόφους που περιβάλλονται από μικρές επίπεδες εκτάσεις. Το υψηλότερο σημείο του εδαφικού διαμερίσματος βρίσκεται στο νησί Κουλόανε και φθάνει τα 174 μέτρα. Δεν υπάρχουν μόνιμα ποτάμια ρεύματα και το γλυκό νερό είτε συλλέγεται από τις βροχές είτε εισάγεται.
Το Μακάου βρίσκεται στην τροπική ζώνη. Τα 4/5 των ετήσιων βροχών του, που κυμαίνονται από 1.000 ως 2.500 χιλιοστόμετρα, πέφτουν κατά τη θερινή περίοδο των βροχών, όταν από τον Απρίλιο ώς τον Σεπτέμβριο πνέει ο νοτιοδυτικός μουσώνας. Εκτός από βροχεροί, οι θερινοί μήνες είναι επίσης θερμοί, υγροί και γενικά δυσάρεστοι. Οι χειμώνες αντίθετα, μπορεί να είναι θαυμάσιοι.
Η φυσική βλάστηση, πριν από την αποψίλωση τών λόφων για την παραγωγή καυσόξυλων και τη δημιουργία χώρου για κατοικίες, αποτελούνταν από αείφυλλα δάση μουσώνων. Στα νησιά υπάρχουν κατά τόπους μικρές γεωργικές εκτάσεις, αλλά οι γεωργικοί οικισμοί είναι μικροί. Στα κύρια προϊόντα συγκαταλέγονται τα λαχανικά και τα φασόλια.
Ιστορία
Το πρώτο πορτογαλικό πλοίο αγκυροβόλησε στις εκβολές του ποταμού Τσου το 1513 και ακολούθησαν τακτικές επισκέψεις των Πορτογάλων. Το εμπόριο με την Κίνα πήρε επίσημη μορφή το 1553 και το Μακάου έγινε το κύριο κέντρο διακίνησης τού διεθνούς εμπορίου με την Κίνα και την Ιαπωνία. Αν και το εμπόριο τής Κίνας με τον έξω κόσμο σταδιακά επικεντρώθηκε στην Καντόνα, στα τέλη του 18ου αιώνα οι έμποροι μπορούσαν να εισέλθουν στην πόλη αυτή μόνο κατά τη διάρκεια τής εμπορικής περιόδου (από τον Νοέμβριο ώς τον Μάιο). Έτσι η διεθνής εμπορική κοινότητα εγκαταστάθηκε στο Μακάου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, το Χονγκ Κονγκ υποσκέλισε το εμπόριο τού Μακάου και σε λίγα χρόνια οι έμποροι εγκατέλειψαν την πορτογαλική κτήση, που ποτέ δεν επανέκτησε την πρότερη εμπορική σημασία της.
Δημογραφία
Ο πληθυσμός υπολογιζόταν, το 1998, σε 426.000. Ανέκαθεν στο Μακάου υπήρχαν σχετικά λίγοι Πορτογάλοι, ενώ οι ντόπιοι Κινέζοι αποτελούν τη μεγάλη πλειονότητα τών κατοίκων.
Οικονομία
Εκτός από αποθέματα αλιευμάτων στις εκβολές τού ποταμού Τσου, το Μακάου διαθέτει περιορισμένου φυσικούς πόρους. Αποτελεί, όμως, ελεύθερο λιμάνι και το εμπόριο κατέχει σημαντική θέση στην οικονομία του. Το 1996, το ΑΕΠ ανερχόταν σε 7,3 εκ. δολάρια ΗΠΑ (17.600 δολ. ΗΠΑ κατά κεφαλήν). Κύριο εξαγώγιμο προϊόν είναι τα κλωστοϋφαντουρικά προϊόντα, αλλά εξάγονται επίσης πυροτεχνήματα, παιχνίδια, κινεζικά κρασιά, λιβάνι, κασέλες από ξύλο καμφορόδεντρου, τεχνητά άνθη και ηλεκτρονικά.
Το Μακάου είναι γνωστό για τη βιομηχανία στοιχήματος και τα καζίνο του

ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ (ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ)

Θεόδωρος Πάγκαλος
Στρατιωτικός και πολιτικός από τη Σαλαμίνα. Γεννήθηκε το 1878 από πατέρα γιατρό και πολιτευόμενο, αρβανίτικης καταγωγής. Αφού περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, κατατάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε το 1900, πρώτος στην τάξη του, ως ανθυπολοχαγός πεζικού. Συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία και συγκεκριμένα στην Ακαδημία Πολέμου του Παρισιού. Έφρασε μέχρι το βαθμό του αντιστρατήγου (1924) και αποστρατεύτηκε οριστικά το 1926. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος έλαβε μέρος στο Κίνημα του 1909 ως ένα από τα πιο ενεργά μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου και στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. Το 1916 υποστήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη διαμάχη του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και ανταμείφθηκε με σημαντική θέση στο Υπουργείο Πολέμου. Μετέσχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης, αλλά το 1920 αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστρατήγου, όταν οι «κωνσταντινικοί» ήλθαν στην εξουσία.Το 1922 υποστήριξε την Επανάσταση Πλαστήρα, που κατήργησε τη Μοναρχία και ανακήρυξε τη Β' Ελληνική Δημοκρατία. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επικράτησή της, αν και απόστρατος, καθώς ηγήθηκε των δυνάμεων που κατέλαβαν την Αθήνα. Επανελθών εις την ενεργό υπηρεσία, ανέλαβε διοικητής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και στη συνέχεια την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής για τους υπευθύνους της Μικρασιατικής Καταστροφής, που οδήγησε στη «Δίκη των 6».Το Νοέμβριο του 1922 ανέλαβε για ένα μήνα το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Γονατά και στη συνέχεια τοποθετήθηκε διοικητής της νεοσύστατης Στρατιάς του Έβρου. Εργάσθηκε υπεράνθρωπα, και συντόμου χρονικού διαστήματος κατόρθωσε να τη μετατρέψει σε μια αξιόμαχη μονάδα, ενόψει της επικείμενης Συνθήκης της Λωζάνης, που θα καθόριζε, μεταξύ άλλων, και την έκταση του ελληνικού κράτους.Ο Πάγκαλος αντιτάχθηκε στη Συνθήκη της Λωζάνης, καθώς επιθυμούσε να επιτεθεί στην Τουρκία και να φθάσει ως την Κωνσταντινούπολη. Εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, αλλά η σθεναρή στάση του τον έκανε δημοφιλή σε μεγάλο τμήμα του στρατού. Επανήλθε στο στράτευμα για την καταστολή του αντιβενιζελικού κινήματος των Λεοναρδόπουλου - Γαργαλίδη (22 Οκτωβρίου 1923). Σε μια περίοδο έντονης κυβερνητικής αστάθειας, ο Πάγκαλος αποφάσισε να βάλει τη δική του σφραγίδα στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923 εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης με το Δημοκρατικό Κόμμα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, το οποίο ανέλαβε την εξουσία στις 12 Μαρτίου 1924. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος έγινε Υπουργός Εννόμου Τάξεως και μετά δύο μήνες ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών. Παραιτήθηκε στις 26 Ιουλίου, όταν την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, τον οποίο διαδέχθηκε ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος στις 27 Οκτωβρίου 1924.Στις 25 Ιουνίου 1925 ο Θεόδωρος Πάγκαλος ηγήθηκε στρατιωτικού πραξικοπήματος και ανέτρεψε την κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου, με το επιχείρημα ότι η χώρα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας. Από την πρώτη στιγμή, δεν έκρυψε τις προθέσεις του: «Είμεθα κατάστασις. Δι' ημάς δεν υπάρχει Βενιζελισμός και Κωνσταντινισμός, διότι δεν υπάρχουν πλέον τα εκπροσωπούντα τα δύο ταύτα κόμματα, πρόσωπα. Ο μεν Βενιζέλος απέθανε πολιτικώς, ο δε Κωνσταντίνος φυσιολογικώς».Κατόρθωσε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή και σχημάτισε επιτροπή για τον καταρτισμό νέου Συντάγματος. Το νέο Σύνταγμα ψηφίσθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1925, αλλά δημοσιεύτηκε ουσιωδώς τροποποιημένο από τον ίδιο στις 29 Σεπτεμβρίου 1925. Την ίδια ημέρα διέλυσε τη Βουλή, επειδή «είχε εκπέσει στη συνείδηση του έθνους», όπως δήλωσε.Σχεδόν αμέσως άρχισαν οι διώξεις όσων αμφισβητούσαν την εξουσία του. Το νεοσύστατο, τότε, ΚΚΕ μπήκε από τους πρώτους στο στόχαστρο, όπως και το παλιό του αφεντικό, ο στρατηγός Πλαστήρας. Ο Τύπος τέθηκε υπό αυστηρό καθεστώς λογοκρισίας και δημοσιογράφοι οδηγήθηκαν στη φυλακή. Ψηφίστηκε μια σειρά από καταπιεστικούς νόμους, με χαρακτηριστικότερη τη διάταξη που προέβλεπε ότι το μήκος της φούστας των γυναικών δεν επιτρεπόταν να ξεπερνά τους 30 πόντους από το έδαφος. Ο στρατηγός μπορεί να ήταν ένας άριστα καταρτισμένος αξιωματικός και ικανότατος επιτελής, αλλά υπήρξε ακραίος και οξύς στις ενέργειές του, παρασυρόμενος από την έντονη ιδιοσυγκρασία του.Ο Θεόδωρος Πάγκαλος προκήρυξε εκλογές για τις 7 Μαρτίου 1926, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, γιατί εν τω μεταξύ είχε κηρύξει απροκάλυπτα δικτατορία (4 Ιανουαρίου 1926). Στις 19 Μαρτίου ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης υπέβαλε την παραίτησή του από την Προεδρία της Δημοκρατίας. Ο Πάγκαλος προκήρυξε αμέσως προεδρική εκλογή και εκτέθηκε ο ίδιος ως υποψήφιος, με αντίπαλο τον καθηγητή της Νομικής Κωνσταντίνο Δεμερτζή, της συνασπισμένης αντιπολίτευσης. Όταν ο Δεμερτζής αποσύρθηκε από την εκλογή, καθώς τα κόμματα που τον υποστήριζαν διέρρηξαν το συνασπισμό τους, ο Πάγκαλος παρέμεινε μοναδικός υποψήφιος κι εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 5 Απριλίου 1926, διατηρήσας παράλληλα και την Πρωθυπουργία. Στις 19 Ιουνίου, για να δώσει επίφαση νομιμότητας στο καθεστώς του, έχρισε πρωθυπουργό τον Αθανάσιο Ευταξία.Ο Πάγκαλος έδειξε αξιοσημείωτη πολιτική και διπλωματική ανεπάρκεια κατά τη διάρκεια της εξουσίας του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο βραχύβιος Ελληνουβουλγαρικός Πόλεμος (18 - 22 Οκτωβρίου 1925), «Το Επεισόδιο του Πετριτσίου», όπως έμεινε στην ιστορία, που στοίχισε στη χώρα μας μια καταδίκη από την Κοινωνία των Εθνών και την καταβολή χρηματικής αποζημίωση στη Βουλγαρία.Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο με την ουσιαστική κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και την κακή κατάσταση της οικονομίας. Τα σφάλματα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η εσωτερική κακοδιοίκηση και οι ποικίλες ατασθαλίες από το περιβάλλον του δικτάτορα, όπως και η στροφή του στον αντιβενιζελικό κόσμο, σφράγισαν την τύχη του καθεστώτος. Στις 24 Αυγούστου 1926 ο Πάγκαλος ανετράπη, όχι από τους βενιζελικούς, όπως θα ανέμενε κανείς, αλλά πρωτίστως από τους πραιτοριανούς του καθεστώτος του. Το αντιπραξικόπημα, υπό την ηγεσία του Κονδύλη, τον βρήκε να παραθερίζει ξένοιαστο στις Σπέτσες.Ο Πάγκαλος έμεινε στη φυλακή Ιτζεδίν της Κρήτης για δύο χρόνια κι αφέθηκε ελεύθερος στις 10 Ιουλίου 1928, με την αμνηστία που χορήγησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν ανέλαβε και πάλι την πρωθυπουργία. Από το 1928 ιδιώτευσε και δεν έπαιξε έκτοτε κανένα ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, παρά μόνο το 1950, όταν κατήλθε υποψήφιος βουλευτής, αλλά δεν εξελέγη. Πέθανε στην Κηφισιά στις 27 Φεβρουαρίου 1952.Επί της διακυβέρνησής του δημιουργήθηκε η Αεροπορική Άμυνα, ένα ταμείο για τη συγκρότηση της Πολεμικής Αεροπορίας, η Σιβιτανίδειος Σχολή, το Ελληνικό Μελόδραμα (πρόδρομος της Λυρικής Σκηνής). Θεμελιώθηκε το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού επί της οδού Πανεπιστημίου (εμπορικό κέντρο σήμερα), ενώ ιδρύθηκε και λειτούργησε η Ακαδημία Αθηνών, με πρωτοβουλία του επί της Παιδείας Υπουργού του, Δημητρίου Αιγινήτη.Ο Θεόδωρος Πάγκαλος απέκτησε δύο τέκνα. Τον υποναύαρχο Θησέα Πάγκαλο και τον αξιωματικό της Αεροπορίας Γεώργιο Πάγκαλο. Γιος του Γεωργίου και εγγονός του δικτάτορα είναι ο δικηγόρος - οικονομολόγος Θεόδωρος Πάγκαλος (1938), ηγετικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, βουλευτής και πρώην υπουργός Εξωτερικών.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

GAMAL ABDEL NASSER - ΓΚΑΜΑΛ ΑΜΠΝΤΕΛ ΝΑΣΕΡ

Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ
Ο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (1918 - 1970) ήταν Αιγύπτιος στρατιωτικός, πραξικοπηματίας και πολιτικός, ανέλαβε την προεδρία της Αιγύπτου μετά από πραξικόπημα.
Γιος ταχυδρομικού υπαλλήλου, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1918 και σπούδασε στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία του Καΐρου, από την οποία και απεφοίτησε το 1938, ενώ διακρίθηκε στον πόλεμο εναντίον του Ισραήλ το 1948. Υπήρξε ένας από τους βασικούς ιδρυτές της παραστρατιωτικής οργάνωσης των «Ελεύθερων Αξιωματικών», η οποία, εκμεταλλευόμενη τη πικρία του λαού εκ του πολέμου με το Ισραήλ, ανέτρεψε την αιγυπτιακή δυναστεία του Βασιλιά Φαρούκ Α΄ στις 23 Ιουλίου 1952 και το 1953 ανακήρυξε την Αίγυπτο δημοκρατία ισλαμικού τύπου.
Στη συνέχεια το 1954 ο Νάσερ ανέτρεψε και τον πρώτο Πρόεδρο της Αιγυπτιακής Δημοκρατίας Συνταγματάρχη Μωχάμετ Ναγκίμπ θέτοντάς τον σε κατ΄ οίκον περιορισμό (με αιτιολογία τη μετριοπαθή στάση του απέναντι στο Σουδάν) και ανέλαβε την προεδρία κατόπιν ανελεύθερων εκλογών το 1956 υπό την (αφανή) διπλωματική προστασία της Σοβιετικής Ένωσης. Τον ίδιο χρόνο η Αγγλία και οι ΗΠΑ συνομολογούν με την Αίγυπτο για την (βοήθεια) στη κατασκευή του μεγάλου φράγματος του Ασουάν και παράλληλα ο Νάσερ ζήτησε μεγάλες στρατιωτικές προμήθειες για τον στρατιωτικό εξοπλισμό της χώρας.
Μοίρασε την εθνική γη στους ακτήμονες και εθνικοποίησε πολλές ξένες επιχειρήσεις, με πρώτιστη τη διαχειριζόμενη τη Διώρυγα Σουέζ. Τότε ξέσπασε οξύτατη κρίση και μάλιστα μετά την ανάληψη εκ μέρους της Αγγλίας και Γαλλίας συνεπικουρούμενες και από το Ισραήλ μεγάλης στρατιωτικής επέμβασης την οποία τελικά τα Ηνωμένα Έθνη καταδίκασαν ως παράνομη και οι δύο Δυνάμεις αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν. Η εξέλιξη αυτή έκανε τον Νάσερ να φαντάζει ως ήρωας.
Το 1958 ίδρυσε την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία συμπράττοντας με τη Συρία, την Ιορδανία και τον Λίβανο σε ένα διακρατικό τύπο εθνικοσοσιαλισμού η οποία όμως αργότερα το 1961 αυτοδιαλύθηκε. Συνεχίζοντας οι ΗΠΑ και η Αγγλία να αρνούνται την στρατιωτική εξοπλιστική προμήθεια του Αιγυπτιακού στρατού ο Νάσερ τότε στράφηκε προς τη Ρωσία. Το γεγονός χαιρετίστηκε ιδιαίτερα από το Κρεμλίνο και ο Πρόεδρος Χρουστσώφ του επεφύλαξε θερμή υποδοχή. Τότε η Σοβιετική Ένωση ανέλαβε και τη κατασκευή του φράγματος του Ασουάν. Ήταν 9 Ιανουαρίου 1960 που οι Πρόεδροι Νάσερ και Χρουστσώφ επιβαίνοντες ποταμόπλοιου έριξαν μικρές πέτρες ως θεμέλιους λίθους στο σημείο κατασκευής του φράγματος.
Την 7 Ιουνίου του 1960 ο Νάσερ επισκέφθηκε την Αθήνα κατόπιν επίσημης πρόσκλησης του Βασιλιά Παύλου. Από την επίσκεψη αυτή αναπτύχθηκαν ιδρυτικοί δεσμοί Ελληνοαραβικού Επιμελητηρίου και απαλείφθηκαν οι κατά των Ελλήνων της Αιγύπτου αξιώσεις δήμευσης περιουσιών και απελάσεων. Την επίσκεψη εκείνη ανταπέδωσε ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος στον οποίο ο Νάσερ επεφύλαξε θερμή υποδοχή. Ήταν ο πρώτος επίσημος της Δύσης που επισκέφθηκε τη χώρα μετά την μεταστροφή της Αιγύπτου στο Ανατολικό μπλοκ. Πρωτεργάτης εισηγητής της (αναγκαιότητας) ανταλλαγής αυτών των επισκέψεων ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος.
Η επιρροή του Νάσερ δεν μειώθηκε παρά τη συντριπτική ήττα των Αράβων από τους Ισραηλινούς στον πόλεμο των έξι ημερών τον Ιούνιο του (1967). Με τη λήξη του οποίου σε ραδιοφωνικό μήνυμά του ανήγγειλε στον Αιγυπτιακό λαό την παραίτησή του. Η είδηση συγκίνησε τον αιγυπτιακό λαό τόσο που ξεχύθηκε στους δρόμους του Καΐρου σε μια τεράστια πορεία - συγκέντρωση, ζητώντας την παραμονή του στη Προεδρία. Έτσι και παρέμεινε. Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1970 κάποιος Υπουργός του που ανέμενε κάποια υπογραφή αντιλαμβάνεται ότι ο Πρόεδρος χάνει τις αισθήσεις του. Σε λίγα λεπτά ξεψύχησε από καρδιακό επεισόδιο μέσα στη Προεδρική Έπαυλη. Η κηδεία του Νάσερ θεωρείται μέχρι σήμερα η πολυπληθέστερη που έχει γίνει ποτέ στον αραβικό κόσμο και όχι μόνο.
Πολλοί υπήρξαν επικριτές του έργου του όπως και πολλοί οι θαυμαστές του. Επί των ημερών του κατέρρευσε η ανθούσα μέχρι τότε ελληνική παροικία της Αιγύπτου λόγω των εθνικοποιήσεων και της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα συναλλάγματος, ο ίδιος εφήρμοσε μια αστυνομοκρατούμενη εσωτερική πολιτική που δυστυχώς εφαρμόσθηκε και σε άλλες χώρες της Μεσογείου, ενέπλεξε τη χώρα σε δύο πολέμους, με την Υεμένη, πενταετή (1962-1967) και με το Ισραήλ (πόλεμος των έξι ημερών) το 1967 με ασυγχώρητα μεγάλο αριθμό νεκρών, έστρεψε τη χώρα προς τη Σοβιετική Ένωση για να λάβει εξοπλισμούς που δεν μπόρεσαν να ενεργοποιηθούν στις κατάλληλες στιγμές ξεπουλώντας όλη τη παραγωγή δημητριακών και βάμβακος στη Σοβιετική Ένωση. Μια στροφή που μετά το θάνατό του αποδείχθηκε λανθασμένη και ακολούθησε αναστροφή έτσι ώστε ο Κίσσινγκερ να χαρακτηρισθεί και «μάγος» της Διπλωματίας. Ξεκίνησε ένα εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό πρόγραμμα που εκ των πραγμάτων όχι μόνο δεν καρποφόρησε αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν να γίνει ο ίδιος ίνδαλμα σε αρκετούς άλλους πραξικοπηματίες της Μεσογείου και όχι μόνο.
Αντίθετα οι οπαδοί του, του εγκωμιάζουν τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις του. Του αναγνωρίζουν την απαλλαγή της χώρας από τη Δυναστεία του Φαρούκ που κάτω από το πάθος της καλοπέρασης και της χαρτοπαιξίας δεν αντιλαμβανότανε τις δυσκολίες που πέρναγε η χώρα, ανεξάρτητα του διπλωματικού επεισοδίου που έίχε δημιουργήσει εξ υπαιτιότητάς του σε βάρος της Ελληνικής Βασιλικής Οικογένειας, που αποκαταστάθηκε όμως επί Νάσερ. Ανεξάρτητα όμως όλων των παραπάνω είναι γεγονός πως ο Νάσερ υπήρξε η πρώτη πολιτική φυσιογνωμία που προσπάθησε να αποκαταστήσει γενικά την αξιοπρέπεια στους Άραβες που την είχαν μακρόχρονα ταπεινώσει οι Δυτικοί.

ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

VICTOR HUGO - ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΩ

Βίκτωρ Ουγκώ
Ο Βίκτωρ Ουγκώ (γαλλικά: Victor Marie Vicomte Hugo) (26 Φεβρουαρίου 1802 – 22 Μαΐου 1885) ήταν
Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός, ο πλέον σημαντικός και προβεβλημένος εκπρόσωπος του κινήματος του γαλλικού ρομαντισμού.
Από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του αντιλήφθηκε το λογοτεχνικό του ταλέντο και ξεκίνησε τις μεταφράσεις έργων από τα λατινικά καθώς και δικές του πρωτότυπες ποιητικές εργασίες. Η αξία του αναγνωρίστηκε σύντομα μέσα στο γαλλικό ακαδημαϊκό κύκλο αλλά και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με την πολιτική μεταλλασσόμενος βαθμιαία από φιλομοναρχικό συντηρητικό σε ριζοσπάστη δημοκρατικό. Την τελευταία περίοδο της ζωής του γνώρισε τη λατρεία του γαλλικού έθνους, ταυτιζόμενος με την ίδια τη Γαλλία, όπως ο ίδιος έλεγε στο ποίημά του Lettre à une femme (Γράμμα σε μία γυναίκα): "Je ne sais plus mon nom, je m'appelle Patrie!" (Δε γνωρίζω πλέον το όνομά μου, ονομάζομαι Πατρίς). Προ πάντων, όμως, ως ο μεγαλύτερος Γάλλος συγγραφέας του άμεσου μετεπαναστατικού περιβάλλοντος, ήταν ο ποιητής του νέου κόσμου, ο προφητικός, παραισθησιακός φιλόσοφος και μυθοπλάστης μιας ριζικά νέας εποχής.
Η ζωή του
Παιδική ηλικία και νεότητα
Γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802 στην πόλη Μπεζανσόν (Besançon) της επαρχίας Franche-Comté της ανατολικής Γαλλίας και ήταν ο νεότερος γιός του Ιωσήφ Λεοπόλδου Σιγισβέρτου Ουγκώ (Joseph Léopold Sigisbert Hugo) και της Σοφί Τρεμπισέ (Sophie Trébuchet). Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός (έγινε στρατηγός της Αυτοκρατορίας το 1809) του Ναπολέοντα και ιδεολογικά τοποθετημένος στους δημοκρατικούς ενώ θρησκευτικά δήλωνε αθεϊστής. Στο άλλο άκρο η μητέρα του, προερχόμενη από παλιά αριστοκρατική οικογένεια, ήταν φιλομοναρχική και ευσεβής ρωμαιοκαθολική.
Ως αποτέλεσμα της ασυμφωνίας πεποιθήσεων του ζεύγους Ουγκώ ήρθε το 1803 ο σύντομος χωρισμός του και η μετακίνηση της Σοφί και των παιδιών στο Παρίσι. Το 1807 η οικογένεια επανενώθηκε για δύο χρόνια με την απόφαση της Σοφί να μεταβεί στην Ιταλία, όπου ο σύζυγός της υπηρετούσε ως κυβερνήτης επαρχίας. Το 1809 φεύγουν πάλι και παραμένουν για δύο χρόνια στην κωμόπολη Feuillantines ενώ η οριστική διάσταση των γονιών του Βίκτωρα φτάνει το 1813, οπότε και εγκαθίστανται με τη μητέρα του οριστικά στη γαλλική πρωτεύουσα. Εκεί διέμεινε από το 1815 έως το 1818 στο οικοτροφείο Pension Cordier ενώ παρακολουθούσε μαθήματα στο περίφημο Κολλέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου (Collège Louis-le Grand).

Από πολύ νωρίς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα και να μεταφράζει κλασσικούς Λατίνους ποιητές όπως ο Βιργίλιος. Η πρώιμη φιλοδοξία του τον έσπρωξε να γράψει σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών σε μία εφημερίδα της εποχής: "Je veux être Chateaubriand ou rien" (Επιθυμώ να γίνω ή Σατωβριάνδος ή τίποτα). Στα 1817 βραβεύτηκε από τη Γαλλική Ακαδημία για κάποιο ποίημά του και το 1819 από τα Ανθεστήρια της Τουλούζης (Académie des Jeux floraux de Toulouse), γεγονότα, που έπεισαν τον πατέρα του να τον αφήσει να αφιερωθεί στη λογοτεχνία παρά τα σχέδιά του να φοιτήσει ο γιος του στην Πολυτεχνική Σχολή. Λίγο καιρό αργότερα θα εγκαταλείψει και τις σπουδές του στη Νομική Σχολή.

Πρώιμη ποιητική και πεζογραφία
Το 1819 ιδρύει μαζί με τους αδερφούς του το περιοδικό Conservateur Littéraire όπου υποστηρίζει τις θέσεις του Σατωβριάνδου (François René Chateaubriand). Τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή Nouvelles Odes et Poésies Diverses λαμβάνοντας για αυτήν βασιλική επιχορήγηση από τον Λουδοβίκο. Την ίδια εποχή συνεργάζεται με το περιοδικό Muse Française και συχνάζει στο λογοτεχνικό σαλόνι του Καρόλου Νοντιέ (Charles Nodier), όπου συναναστρέφεται με τον Αλφρέδο Ντε Βινί (Alfred de Vigny) και το Λαμαρτίνο (Lamartine).
Στις 27 Ιουνίου 1821 πεθαίνει η μητέρα του και ένα μήνα, περίπου, αργότερα στις 20 Ιουλίου ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται. Στις 20 Οκτωβρίου 1822 ο Ουγκώ παντρεύεται την Αδέλα Φουσέ (Adèle Foucher). Ένας γάμος, που όπως και αυτός των γονιών του, χαρακτηρίζεται από δυσαρμονία μεταξύ των συζύγων και οδηγεί το συγγραφέα σε μία μακροχρόνια σχέση με τη μούσα και ερωμένη του ηθοποιό Ζιλιέτ Ντρουέ (Juliette Drouet) μέχρι το θάνατ
ό της το 1882. Πλην αυτού, όμως, ο γάμος του υποκρύπτει και μία τραγωδία μιας και ο μικρότερος αδερφός του Ευγένιος, όντας κρυφά ερωτευμένος με την Αδέλα, χάνει τα λογικά του την ημέρα του γάμου και παραμένει μέχρι το τέλος της ζωής του σε ίδρυμα.
Το 1823 κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το μυθιστόρημα Χαν της Ισλανδίας (Han d'Islande), το οποίο κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο σε τέσσερεις μικρούς τόμους.
Η ποιητική συλλογή, που τον καθιερώνει εκδίδεται στα 1826 και είναι οι Ωδές και Μπαλάντες (Odes et Ballades), με την οποία αναγνωρίζεται σαν αξιόλογος λυρικός ποιητής και τεχνίτης του στίχου. Ακολουθεί τον ίδιο χρόνο το μυθιστόρημα Μπιγκ Ζαργκάλ (Bug-Jargal) και το 1827 το θεατρικό έργο Κρόμβελ (Cromwell).
Στο μνημειώδη Πρόλογο του Κρόμβελ (Préface de Cromwell) ο Ουγκώ προτείνει στους συγχρόνους του δραματουργούς να απαλλαγούν από τις φόρμες, που επέβαλλε ο γαλλικός θεατρικός κλασικισμός, εισάγοντας στη θεατρική τέχνη το ρομαντικό δράμα. Έχοντας ήδη γνωρίσει το σαιξπηρικό έργο, τη γερμανική θεατρογραφία και τη δραματουργία του Σλέγκελ (Schlegel) με τον πρόλογό του δίνει το έναυσμα μίας πολύχρονης διαμάχης μεταξύ γαλλικού κλασικισμού και Ρομαντισμού. Επιπλέον με τον Κρόμβελ εισηγείται ένα υπόδειγμα σύγχρονου ιστορικού δράματος, που υπακούει στη σαιξπηρική τεχνική. Εντωμεταξύ στις 29 Ιανουαρίου 1828 πεθαίνει ο πατέρας του και από εκείνη τη στιγμή ο Ουγκώ αρχίζει να αυτοαποκαλείται βαρώνος.

Από την καταξίωση στην εξορία
Η περίοδος των ετών 1830 έως 1843 αποτελεί διάστημα καταξίωσης του Γάλλου λογοτέχνη με πλούσια παραγωγή έργων. Το 1830 ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία το θεατρικό του έργο Ερνάνης (Hernani) και το 1831 κυκλοφορεί το διάσημο μυθιστόρημά του Η Παναγία των Παρισίων (Notre-Dame de Paris), που σύντομα μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Παράλληλα δημοσιεύει έργα λυρικής ποίησης, εμπνευσμένα από το ειδύλλιό του με τη Ζιλιέτ Ντρουέ. Στα 1841, έπειτα από δύο άκαρπες υποψηφιότητες, εκλέγεται μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (Académie française).
Η ζωή του, εντούτοις, θα σημαδευτεί μέχρι τέλους από μία προσωπική τραγωδία, το θάνατο από πνιγμό της νεόνυμφης κόρης του Λεοπολδίνης (Léopoldine) και του συζύγου της Καρόλου Βακερί (Charles Vacquerie) στις 4 Σεπτεμβρίου 1843. Ο Ουγκώ εκείνες τις μέρες βρισκόταν σε ταξίδι στα Πυρηναία και πληροφορήθηκε το γεγονός διαβάζοντας τυχαία κάποια εφημερίδα. Η καταλυτική επίδρασή του συμβάντος πάνω του φάνηκε από το ότι δε δημοσίευσε κανένα έργο του τουλάχιστον για μία δεκαετία.
Το ενδιαφέρον του τώρα κερδίζει η πολιτική και αρχικά υποστηρίζει με θέρμη το βασιλιά Λουδοβίκο – Φίλιππο (Louis-Philippe) ενώ λίγο αργότερα συνδέεται φιλικά με τη θερμή θαυμάστρια του έργου του, δούκισσα της Ορλεάνης, προσδοκώντας την ανάθεση κάποιου υπουργείου στην περίπτωση που ο σύζυγός της αναλάμβανε την εξουσία. Ο θάνατος του δούκα της Ορλεάνης, παρά ταύτα,
ακυρώνει τις όποιες φιλοδοξίες του συγγραφέα.
Στα 1845 ο Λουδοβίκος – Φίλιππος τον ονόμασε Pair de France, μέλος δηλαδή της Άνω Βουλής. Εκεί εκφώνησε λόγους ενάντια στη θανατική καταδίκη και την κοινωνική αδικία ενώ υποστήριξε την ελευθερία του Τύπου και την αυτοδιάθεση της Πολωνίας. Μετά την Επανάσταση του 1848 και την ανακήρυξη της Β’ Γαλλικής Δημοκρατία εκλέγεται, με τη βοήθεια του Λέοντος Γαμβέτα, βουλευτής Παρισίων στη Συντακτική και ακόλουθα στη Νομοθετική Συνέλευση. Τότε αναδεικνύεται σε θερμό υποστηρικτή του Λουδοβίκου – Ναπολέοντα, ανιψιού του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, συντασσόμενος ενεργά με την προώθηση της υποψηφιότητάς του για την Προεδρία της Δημοκρατίας.
Η πραξικοπηματική κατάλυση της δημοκρατίας από το Λουδοβίκο – Ναπολέοντα το 1851 και η ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα κάνει τον Ουγκώ να αλλάξει τις φιλοβοναπαρτικές του αντιλήψεις και να στραφεί με μένος εναντίον του. Η επικείμενη δίωξή του, μετά από αυτό, τον αναγκάζει να διαφύγει στις Βρυξέλλες εγκαινιάζοντας έτσι την μακρά περίοδο αυτοεξορίας του, που θα διαρκέσει περίπου είκοσι χρόνια.
Η περίοδος της εξορίας
Στη διάρκεια της εξορίας του δημοσίευσε δύο πολιτικά μανιφέστα ενάντια στον Ναπολέοντα Γ’, το Ναπολέων ο Μικρός (Napoléon le Petit, 1852) και το Επιστολές στο Λουδοβίκο Βοναπάρτη (Lettres à Louis Bonaparte, 1855), που διαδόθηκαν ευρέως παράνομα στη Γαλλία, ενώ αργότερα συνέγραψε αναφορικά με τα γεγονότα της εποχής το έργο Η ιστορία ενός εγκλήματος (Histoire d'un crime, Α’ μέρος 1877 και Β’ μέρος 1878). Το 1853 κυκλοφορεί και την ποιητική του συλλογή Τιμωρίες (Les Châtiments) όπου με λυρισμό επαγγέλλεται το θρίαμβο της παγκόσμιας δημοκρατίας.
Αρχικά εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες, το 1852, όμως, μετέβη στο βρετανικό νησί Τζέρσεϋ, το οποίο η ανησυχία των τοπικών αρχών για τη δράση του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το 1855 για να μεταβεί στο γειτονικό νησί Γκέρνσεϋ. Εντωμεταξύ το Σεπτέμβριο του 1853 μυείτα
ι από την Ντελφίν Ντε Ζιραρντέν (Delphine de Girardin), που τον επισκέπτεται στο Τζέρσεϋ, στον πνευματισμό, την επικοινωνία δηλαδή με πνεύματα νεκρών μέσω περιστρεφόμενων και ομιλούντων τραπεζιών.
Στη διετία της παραμονής του στο Τζέρσεϋ κατατρύχεται από την εμμονή του θανάτου και τον απασχολούν τα μυστήρια της ψυχής και του κόσμου. Τότε συγγράφει τα έργα Το Τέλος του Σατανά (La fin de Satan) και Θεός (Dieu), όπου στο πρώτο μεν πραγματεύεται το πρόβλημα του Κακού και στο δεύτερο το πρόβλημα του Απείρου. Και τα δύο εκδόθηκαν μεταθανάτια και έχουν τη μορφή αποκαλυπτικών οραμάτων κινούμενα από τη λανθάνουσα τάση του Ουγκώ για ποίηση σε φόρμα ενόρασης.
Στο νησί Γκέρνσεϋ διαμένει στο Hauteville - House από όπου έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί τη θάλασσα και τις απέναντι γαλλικές ακτές. Εκεί, στρεφόμενος από τη μεταφυσική αναζήτηση στην ανθρώπινη εποποιία, συγγράφει την ποιητική συλλογή Ο Θρύλος των Αιώνων (La Légende des Siècles, 1859) και ολοκληρώνει το αριστούργημά του Οι Άθλιοι (Les Misérables, 1862). Οι Άθλιοι, που άμα τη εκδόσει τους σαγήνευσαν τα λαϊκά στρώματα, θεωρήθηκαν ως το πρώτο μοντέρνο μυθιστόρημα. Σε αυτό το έργο, το οποίο δουλεύει περίπου από το 1828, ο Ουγκώ αποτυπώνει μισό αιώνα γαλλικής ιστορίας. Αποτελεί μία επική τοιχογραφία των μεγάλων γεγονότων της Γαλλίας συνδυαζόμενων με την ιστόρηση ενός μεγάλου έρωτα. Το βιβλίο δεν ενθουσίασε τον κύκλο των διανοουμένων κριτικών ενώ περιελήφθη από τον Πάπα Πίο ΙΔ’ στον κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων.
Η επιστροφή στη Γαλλία και το τέλος
Το 1859 ο Ναπολέων Γ’ προσφέρει αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς εξόριστους αλλά ο Ουγκώ αρνείται να επιστρέψει μην επιθυμώντας να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση έναντι του μονάρχη. Το 1863 κυκλοφορεί μία βιογραφία του από τη γυναίκα του Αδέλα, η οποία πέθανε πέντε χρόνια αργότερα. Το ξέσπασμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου τον οδηγεί στην επιστροφή του στη Γαλλία τον Αύγουστο του 1870, λίγο μετά την ανακήρυξη της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Ως βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης ψηφίζει κατά της ειρήνης και αμέσως παραιτείται. Ακολουθούν η πολιορκία των Παρισίων και η ήττα της Γαλλίας. Ο Ουγκώ απομακρύνεται και πάλι από την πατρίδα του το 1871 κατά τη διάρκεια της επικράτησης της Παρισινής Κομμούνας και παραμένει στις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Το ίδιο έτος πεθαίνει ο γιός του Κάρολος (Charles) και το επόμενο η κόρη του Αδέλα εισάγεται στο άσυλο ψυχικά ασθενών Saint-Mandé. Στα δύο προηγούμενα οικογενειακά δράματα προστίθεται το 1873 και ο θάνατος του γιου του Φραγκίσκου – Βίκτωρα (François-Victor).
Στις 30 Ιανουαρίου 1876 ο Βίκτωρ Ουγκώ ονομάζεται ισόβιος Γερουσιαστής από τη Γαλλική Δημοκρατία. Την τελευταία αυτή πολιτική περίοδο της ζωής του γίνεται το είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο ίδιος είναι πλέον οπαδός ενός ουτοπικού σοσιαλισμού πιστεύοντας στην κοινωνική συμφιλίωση και την ειρηνική επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, σε σχέση με την επαναστατική βία. Θεωρεί ότι ο ατομικός δρόμος προς την ηθική τελείωση, προς την καλοσύνη οδηγεί στη "σωτηρία" του ατόμου και της κοινωνίας.
Το Φεβρουάριο του 1881 οργανώνεται ένας πανεθνικός εορτασμός προκειμένου να τιμηθεί η είσοδός του στην ένατη δεκαετία της ζωής του. Οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν την 25η Φεβρουαρίου με την απόδοση ενός βάζου Σεβρών, παραδοσιακού δώρου προς ηγεμόνες και την 27η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του μία από τις μεγαλύτερες παρελάσεις στη γαλλική ιστορία.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ πέθανε στις 22 Μαΐου 1885 σε ηλικία 83 ετών έχοντας λάβει εν ζωή σπάνια δόξα για πνευματικό δημιουργό. Στη Γαλλία κηρύχθηκε εθνικό πένθος και την ημέρα της κηδείας (1η Ιουνίου) δύο, περίπου, εκατομμύρια κόσμου συνόδευσαν τον επιφανή νεκρό από την Αψίδα του Θριάμβου, όπου είχε τοποθετηθεί η σορός του, στο Πάνθεον, που ορίστηκε ως τελευταία του κατοικία.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ