Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΑΦΟΡΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Μαΐου 2010

GUSTAV KRUPP VON BOHLEN UND HALBACH - ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΚΡΟΥΠ ΦΟΝ ΜΠΟΛΕΝ ΟΥΝΤ ΧΑΛΜΠΑΧ

Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ
Ο Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ (Gustav Krupp von Bohlen und Halbach) ήταν ο επικεφαλής του γερμανικού ομίλου βαριάς βιομηχανίας «
Friedrich Krupp AG από το 1909 μέχρι το 1941. Ήταν κατηγορούμενος στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αλλά τελικά δεν δικάσθηκε λόγω υγείας.
Πρώιμα χρόνια
Ο Κρουπ γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1870 στην Χάγη της Ολλανδίας. Ήταν γιος του διπλωμάτη Γκούσταβ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ, ο οποίος είχε ζήσει στην Πενσυλβανία των ΗΠΑ πριν επιστρέψει στη Γερμανία, την οποία ανέμενε να καταστεί πρώτα ενιαίο κράτος. Ο γιός Γκούσταβ σπούδασε Νομικά και ξεκίνησε επίσης διπλωματική καριέρα, υπηρετώντας στις Πρεσβείες της Ουάσιγκτον, του Πεκίνου και της Πόλης του Βατικανού.
Εν τω μεταξύ ο μεγιστάνας της βιομηχανίας Φρίντριχ Κρουπ είχε αυτοκτονήσει το 1902, αφήνοντας ως μοναδική κληρονόμο την δεκαεξάχρονη κόρη του Μπέρτα (Bertha). Για τη Γερμανία της εποχής ήταν αδιανόητη η διοίκηση μιας τέτοιας εταιρείας από μια νεαρή γυναίκα και ο ίδιος ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο Β΄ ανέλαβε να βρει σύντροφο για τη νεαρή Μπέρτα , ικανό να αναλάβει την αυτοκρατορία Κρουπ. Έτσι επιλέχθηκε ο Γκούσταβ, ο οποίος νυμφεύθηκε την Μπέρτα τον Οκτώβριο του 1906 και, το 1909 ανέλαβε τα ηνία της εταιρείας. Παράλληλα, έλαβε από τον Γουλιέλμο την ειδική άδεια να προσθέσει το όνομα Κρουπ στο δικό του κι έτσι το πλήρες όνομά του άλλαξε σε Γκούσταβ Κρουπ φον Μπόλεν ουντ Χάλμπαχ.
Το 1910 η εταιρεία Κρουπ έγινε μέλος και κύριος χρηματοδότης του Πανγερμανικού Συνασπισμού, ο οποίος είχε ως στόχο την κινητοποίηση του λαού για την υποστήριξη του εξοπλιστικού προγράμματος της χώρας και της αριθμητικής αύξησης των Ενόπλων Δυνάμεών της. Όταν ξεκίνησε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ο Όμιλος Κρουπ κατείχε σχεδόν το μονοπώλιο κατασκευής βαρέων όπλων για λογαριασμό της Γερμανίας και των συμμάχων της. Ένα από τα γνωστότερα δημιουργήματά της ήταν το οβιδοβόλο «Μεγάλη Βέρθα», 94 τόνων, το οποίο ο Γκούσταβ ονόμασε έτσι προς τιμήν της συζύγου του. Το πλέον επικερδές, όμως, συμβόλαιο για την εταιρεία ήταν η κατασκευή των υποβρυχίων U-Boot, τα οποία κατασκεύαζε στα ναυπηγεία της εταιρείας στο Κίελο. Παράλληλα, όμως, η εταιρεία είχε εκχωρήσει στη Βρετανική εταιρεία Βίκερς (Vickers) την άδεια κατασκευής ενός πυροσωλήνα και αυτό της επέτρεπε να αποκομίζει κέρδη ακόμη και από τους αντιπάλους της χώρας. Μετά τον πόλεμο η εταιρεία δέχθηκε έντονες επικρίσεις και για τα δύο αυτά σημεία.
Στη Ναζιστική Γερμανία
Ο Όμιλος Κρουπ παρέμενε αρχικά αδιάφορος, τόσο στον αγώνα του Χίτλερ για την εξουσία όσο και απέναντι στη Ναζιστική ιδεολογία. Ωστόσο, όταν το 1933 οι Ναζί διέλυσαν τις εργατικές συνομοσπονδίες αντικαθιστώντας τις με το Γερμανικό Εθνικό Μέτωπο (Deutsche Arbeitsfront - DAF), ο όμιλος άρχισε να διάκειται θετικά απέναντι στους κυβερνώντες. Ο Γκούσταβ Κρουπ ενδιαφέρθηκε σοβαρά για το NSDAP όταν διέγνωσε τη θέλησή του για επανεξοπλισμό της χώρας και την αριθμητική αύξηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Χρηματοδότησε το Κόμμα, ωστόσο ο ίδιος δεν έγινε μέλος του παρά μόνο το 1940, όταν ο Χίτλερ του απένειμε το χρυσό παράσημο του Κόμματος.Όταν ο Γκούσταβ Κρουπ ανέλαβε την Προεδρία του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων (Reichsverband der Deutschen Industrie), συναίνεσε στην απομάκρυνση από τις βιομηχανίες όλων των Εβραίων εργαζομένων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο όμιλος Κρουπ εκμεταλλεύθηκε, επίσης, την καταναγκαστική εργασία που επέβαλαν οι Ναζί στους Εβραίους - αυτός ήταν και ο βασικός λόγος της παραπομπής του στη Δίκη. Υπολογίζεται ότι «απασχολήθηκαν» περίπου 100.000 «εργαζόμενοι» στις διάφορες εγκαταστάσεις του Ομίλου. Κατηγορήθηκε, επίσης, ότι χρησιμοποίησε την προσωπική του επιρροή και τη θέση του για να διευκολύνει την άνοδο στην εξουσία των Ναζιστών καθώς και την παγίωσή της, την προώθηση των πολεμικών προετοιμασιών και την οικονομική και στρατιωτική συνωμοσία εξαπόλυσης, από τους Ναζί, επιθετικών πολέμων (κατηγορίες Α, Β και Δ στη Δίκη της Νυρεμβέργης).
Ο Γκούσταβ παραιτήθηκε από την Προεδρία του Ομίλου το 1943, επειδή ήδη από το 1939 είχε αρχίσει να υποφέρει από την καρδιά του. Το 1941 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο τον άφησε ημιπαράλυτο. Την κακή του υγεία ήρθε να επιδεινώσει ένα τροχαίο ατύχημα το 1944. Την Προεδρία του Ομίλου ανέλαβε ο γιός του Αλφριντ (Alfried).
Με την υγεία του σε τέτοια κατάσταση ήταν αδύνατο να παραστεί σε δίκη, καθώς το ατύχημα ακολούθησαν και καρδιακά επεισόδια. Στις 15 Νοεμβρίου 1945, πέντε μόλις ημέρες πριν την έναρξη της Δίκης, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν θα μπορούσε να εκδικασθεί η υπόθεσή του, καθώς δεν το επέτρεπε η φυσική και πνευματική του υγεία. Οι κατηγορίες, ωστόσο, δεν αποσύρθηκαν και παραπέμφθηκε, όπως προβλεπόταν, να δικασθεί σε άλλη συνακόλουθη δίκη, εφόσον θα το επέτρεπε η κατάσταση της υγείας του.
Στις 16 Ιανουαρίου 1950 ο Γκούσταβ Κρουπ απεβίωσε στο Μπλίνμπαχ (Blühnbach) χωρίς ποτέ να παραστεί σε δικαστήριο.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

URLIKE MEINHOF - ΟΥΡΛΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ

Ουλρίκε Μάινχοφ
Η Ουλρίκε Μάινχοφ (Ulrike Marie Meinhof 7 Οκτωβρίου 1934 - 8 Μαΐου 1976) ήταν Γερμανίδα δημοσιογράφος και από το 1970 ιδρυτικό και ηγετικό μέλος της ακροαριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF), που έδρασε στη Δυτική Γερμανία. Το 1970 συνέβαλλε στην απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Baader) από την φυλακή και το 1972 σε πέντε τρομοκρατικές βομβιστικές επιθέσεις που άφησαν τέσσερις νεκρούς. Συλλήφθηκε το 1972 και αυτοκτόνησε το 1976.
Ζωή
Η κόρη του ιστορικού τέχνης Βέρνερ Μάινχοφ και της Ίνγκεμποργκ Μάινχοφ γεννήθηκε το 1934 στο Ολδεμβούργο, όπου έζησε και τα παιδικά της χρόνια. Η οικογένεια μετακόμισε στην Γιένα όταν δόθηκε στον πατέρα της η ευκαιρία να εργαστεί στο μουσείο της πόλης. Το 1940 όμως κιόλας πέθανε από καρκίνο. Κατόπιν η μητέρα της Μάινχοφ αποφάσισε να σπουδάσει ιστορία της τέχνης. Εκείνο το διάστημα έγιναν οι πρώτες επαφές με την Ρενάτε Ρίμεκ (Renate Riemeck), μιας συμφοιτήτριας της μητέρας. Νοίκιασε ένα δωμάτιο των Μάινχοφ και έγινε για αρκετά χρόνια άτομο εμπιστοσύνης για την Ουλρίκε. Στην ηλικία των έντεκα η Ουλρίκε έζησε την εισβολή των Αμερικανών στην Γιένα και το τέλος του πολέμου. Για να αποφύγουν την δύσκολη ζωή στις κατεστραμμένες πόλεις της Γερμανίας, κατέφυγαν στο Μπαντ Μπέρνεκ, μια μικρή πόλη της βόρειας Βαυαρίας και το 1946 εγκαταστάθηκαν στο Ολδεμβούργο. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε και η μητέρα, Ίνγκεμποργκ Μάινχοφ. Τότε η ιστορικός Ρενάτε Ρίμεκ ανέλαβε την κηδεμονία της δεκατετράχρονης Ουλρίκε Μάινχοφ και της μεγάλης της αδερφής, της Βίνκε.
Το 1955 τελείωσε το σχολείο στο Gymnasium Philippinum Weilburg στην πόλη Βάιλμπουργκ, όπου σαν μαθήτρια ίδρυσε την σχολική εφημερίδα Spektrum, η οποία κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.
Την ίδια χρονιά άρχισε σπουδές στη φιλοσοφία, παιδαγωγική, κοινωνιολογία και γερμανική φιλολογία στο πανεπιστήμιο του Μά
ρμπουργκ, στις οποίες υποστηρίχθηκε οικονομικά από την Studienstiftung des deutschen Volkes, μια οργάνωση προώθησης ταλαντούχων φοιτητών. Το 1957 άλλαξε πανεπιστήμιο και πήγε στο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ, όπου προσχώρησε στην οργάνωση σπουδαστών του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, το Sozialistischer Deutsche Studentenbund (SDS). Επίσης στο Μίνστερ έγινε το 1957 εκπρόσωπος της επιτροπής Anti-Atomtod-Ausschuss, ενός αντιπυρηνικού κινήματος κατά των σχεδίων της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης του Κόνραντ Αντενάουερ, που προέβλεπαν τον πυρηνικό εξοπλισμό του γερμανικού στρατού. Το 1958 ήταν για μικρό διάστημα μέλος της Γενικής Φοιτητικής Επιτροπής AStA του πανεπιστημίου. Δημοσίευσε άρθρα σε διάφορες φοιτητικές εφημερίδες (όπως στην david), τις οποίες εξέδιδε η ομάδα της SDS του Μίνστερ. Το ίδιο έτος έγινε μέλος του κομμουνιστικού κόμματος KPD που το 1956 απαγορεύτηκε από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο.
Δημοσιογραφική εργασία
Η Ουλρίκε Μάινχοφ εργάστηκε από το 1959 ως το 1969 ως δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας konkret, όπου από το 1960 μέχρι το 1964 ήταν προϊστάμενος συντάκτης. Το διάστημα αυτό πήρε μέρος σε πολυάριθμες δημόσιες διοργανώσεις και διαμαρτυρίες και έτσι εξελίχθηκε σε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς.
Το 1961 παντρεύτηκε τον εκδότη της konkret, Κλάους Ράινερ Ρελ (Klaus Rainer Röhl) και έγινε μητέρα δύο δίδυμων κοριτσιών, της Ρεγκίνε και της Μπετίνα (Bettina Röhl). Στα τέλη του 1967 το ζεύγος χώρισε. Την άνοιξη του 1968 ακολούθησε το διαζύγιο και η Μάινχοφ εγκαταστάθηκε με τα παιδιά της στο Βερολίνο. Στα πλαίσια της δη
μοσιογραφικής της εργασίας σχετικά με την δίκη μετά από την πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος στην Φρανκφούρτη, γνώρισε τους κατηγορούμενους Θόρβαλντ Προλ (Thorwald Proll), Χορστ Σένλαϊν (Horst Söhnlein) και τους κατοπινούς ιδρυτές της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, Αντρέας Μπάαντερ (Andreas Baader) και Γκούντρουν Έσλιν (Gudrun Ensslin).
Στροφή προς την ριζοσπαστική κριτική
Το 1970 γύρισε την τηλεοπτική ταινία Bambule, για την οποία έγραψε και το σενάριο. Στην ταινία αυτή επέκρινε τις αυταρχικές μεθόδους και της συνθήκες ζωής σε ένα άσυλο κοριτσιών του Δυτικού Βερολίνου. Μερικά από τα κορίτσια θα επαναστατήσουν κατά της αυταρχίας αυτής. Η ταινία θα προβάλλονταν από το γερµανικό κανάλι ARD στις 24 Μαΐου 1970. Η προβολή όμως ακυρώθηκε λίγες μέρες πριν, όταν η Μάινχοφ άρχισε την τρομοκρατική της δράση με την απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ, ο οποίος ήταν φυλακισμένος στο Βερολίνο.
Αντάρτικο των πόλεων
Η Μάινχοφ συνέχισε στο εξής να γίνεται περισσότερο ριζοσπαστική και ασυμβίβαστη. Στις 14 Μαΐου 1970 βοήθησε στην απελευθέρωση του Αντρέας Μπάαντερ. Κατά την διάρκεια της απελευθέρωσης πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε σοβαρά ο Γκέοργκ Λίνκε (Georg Linke), ένας εργαζόμενος του Γερμανικού Κεντρικού Ινστιτούτου για Κοινωνικά Ζητήματα (Deutsches Zentralinstitut für Soziale Fragen) στο Βερολίνο. Η απελευθέρωση του Μπάαντερ καλείται γενικώς η πρώτη δράση της RAF και η «ιδρυτική της πράξη». Από την μέρα αυτή η αναγνωρισμένη δημοσιογράφος Ουλρίκε Μάινχοφ καταζητείται νόμιμα.
Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1970 ήταν σε στρατόπεδο της παλαιστινιακής οργάνωσης Αλ Φατάχ στην Ιορδανία, όπου εκπαιδεύτηκε στρατιωτικά μεταξύ άλλων μαζί με τους Αντρέας Μπάαντερ, Γκούντρουν Ένσλιν, Χορστ Μάλερ, Πέτερ Χόμαν, Μπριγκίτε Άσντονκ. Ως «αντάρτης πόλεων» η Μάινχοφ διέπραξε διάφορες ένοπλες ληστείες σε τράπεζες και το 1972 βοήθησε σε συνολικά πέντε βομβιστικές επιθέσεις, στις οποίες βρήκαν τον θάνατο τέσσερις άνθρωποι και τραυματίστηκαν περισσότεροι από πενήντα. Το 1971 και 1972 έγραψε συνολικά τρεις διακηρύξεις της RAF, οι οποίες προσέφεραν ιδεολογικό υπόβαθρο στον λεγόμενο «ένοπλο αγώνα».
Επειδή η Μάινχοφ δεν ήθελε να αναλάβει την ανατροφή των κορών της ο πατέρας τους Κλάους Ράινερ Ρελ, αποφάσι
σε να τις κρύψει σε μυστικό μέρος στην Σικελία. Επιθυμία της ήταν, οι κόρες της να μεγαλώσουν στην αδερφή της. Ένας γνωστός του Ρελ, ο κατοπινός εκδότης του Der Spiegel Στέφαν Άουστ (Stefan Aust), έμαθε από τον Πέτερ Χόμαν (Peter Homann), μέλος της RAF που στο μεταξύ είχε εγκαταλήψει την οργάνωση, για το συγκεκριμένο μέρος όπου θα έκρυβαν τα κορίτσια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1970. Ταξίδεψε εκεί, τα έφερε στο Αμβούργο και τα παρέδωσε στον πατέρα τους.
Σύλληψη και φυλάκιση
Στις 15 Ιουνίου 1972 η αστυνομία του Λανγκενχάγκεν κοντά στο Αννόβερο έλαβε πληροφορίες από το δάσκαλο Φριτς Ρόντεβαλντ (Fritz Rodewald), ο οποίος υποψιαζόταν ότι οι νέοι του ενοικιαστές ήταν μέλη της RAF. Η αστυνομία συνέλαβε τον οπλισμένο Γκέρχαρντ Μύλερ και την αγνώριστη λόγω εξωτερικής εμφάνισης Ουλρίκε Μάινχοφ, η οποία αντιστάθηκε στην σύλληψή της.
Από τις 16 Ιουνίου 1972 μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 1973 η Μάινχοφ κρατήθηκε τελείως απομονωμένη στην λεγόμενη «νεκρή πτέρυγα» (Toter Trakt) της φυλακής Κολωνίας-Όσσενντορφ. Το όνομα αυτό της δόθηκε από την ίδια την Μάινχοφ που υπέφερε από την απομόνωσή της. Το διάστημα αυτό έγραψε το κείμενο «Επιστολή από την νεκρή πτέρυγα» (Brief aus dem Toten Trakt) , το οποίο μεταφέρθηκε κρυφά έξω από την φυλακή και
δημοσιεύτηκε. Το κείμενο αυτό είχε μεγάλη επίδραση στους υποστηρικτές της.
Στις 29 Νοεμβρίου 1974 καταδικάστηκε σε οκτώ χρόνια φυλάκιση για την βομβιστική επίθεση στο κεντρικό κτίριο του εκδοτικού οίκου Axel Springer, που είχε πραγματοποιηθεί το 1972 στο Αμβούργο. Κατόπιν η Μάινχοφ μεταφέρθηκε στις φυλακές υψίστης ασφαλείας στο Σταμχάιμ της Στουτγάρδης, όπου κρατούνταν και άλλοι εννιά φυλακισμένα μέλη της RAF.
Στις 21 Μαΐου 1975 κατηγορήθηκε στην δίκη του Σταμχάιμ για τετραπλή ανθρωποκτονία. Πριν όμως καταδικαστεί, η Μάινχοφ αυτοκτόνησε.
Θάνατος
Στις 9 Μαΐου 1976 η Ούλρικε Μάινχοφ βρίσκεται κρεμασμένη στο κελί 719 των φυλακών υψίστης ασφαλείας στο Σταμχάιμ της Στουτγάρδης. Έρευνες των αρχών κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πέθανε πριν τα μεσάνυχτα, στις 8 Μαΐου δηλαδή. Η επίσημη νεκροψία είχε ως αποτέλεσμα την διαπίστωση αυτοκτονίας. Μια δεύτερη έρευνα έγινε με πρωτοβουλία της αδερφής της Μάινχοφ, Βίνκε Τσίτσλαφ (Wienke Zitzlaff), στα πλαίσια της οποίας ο δικανικός παθολόγος Γιάνσεν (Janssen) έβγαλε το ίδιο συμπέρασμα.
Μια διεθνή επιτροπή έρευνας και μέλη της RAF αμφισβητούσαν την εκδοχή της αυτοκτονίας της Μάινχοφ. Οι συνθήκες θανάτου και η δημοσίευση των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα, ότι ακόμη και το δυτικογερμανικό κράτος θα μπορούσε να είναι υπεύθυνο για τον θάνατο της Μάινχοφ.
Στις 16 Μαΐου 1976, η Ούλρικε Μάινχοφ κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Μαρίεντορφ στο Δυτικό Βερολίνο (Dreifaltigkeitsfriedhof, Berlin-Mariendorf), στη θέση A-12-19. Στην κηδεία βρέθηκαν και διαδήλωσαν 4.000 άνθρωποι. Την ομιλία κηδείας εκφώνησε ο σοσιαλιστής και ευαγγελικός θεολόγος Χέλμουτ Γκόλβιτσερ (Helmut Gollwitzer), φίλος του Ρούντι Ντούτσκε και το 1957 δραστήριος με την Μάινχοφ στο αντιπυρηνικό κίνημα Anti-Atomtod-Ausschuss.
Η κόρη της Ουλρίκε Μάινχοφ, η δημοσιογράφος Μπετίνα Ρελ (Bettina Röhl) έμαθε
το φθινόπωρο του 2002 ότι ο εγκέφαλος της μητέρας της δεν είχε κηδευτεί. Αντ' αυτού διατηρήθηκε για δεκαετίες σε φορμαλδεΰδη κι εξετάζονταν εκ νέου σε μια κλινική του Μαγδεβούργου. Η επιτροπή ηθικής απαγόρευσε τους επιστήμονες κάθε συνέχεια των ερευνών τους όπως και την δημοσίευση των μέχρι τότε αποτελεσμάτων. Η εισαγγελία της Στουτγάρδης φρόντισε για την αποτέφρωση του εγκέφαλου και για την επιστροφή της στάχτης στους συγγενείς της Μάινχοφ. Στις 22 Δεκεμβρίου 2002 κηδεύτηκε ξανά στο νεκροταφείο του Μαρίεντορφ.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

MIKHAIL BOTVINNIK - ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΟΤΒΙΝΙΚ

Μιχαήλ Μποτβίνικ
Ο Μιχαήλ Μοϊσέγιεβιτς Μποτβίνικ (Михаил Моисеевич Ботвинник) (17 Αυγούστου, 1911 - 5 Μαΐου, 1995) ήταν Ρώσος Διεθνής Γκρανμαίτρ Εβραϊκής καταγωγής και ο έκτος Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι. Θεωρείται ευρέως ως ο "πατέρας" της μοντέρνας ρωσικής σκακιστικής σχολής.
Ο Μποτβίννικ διαδέχθηκε τον Αλεξάντερ Αλιέχιν στην κορυφή του παγκοσμίου σκακιού, όταν μετά το θάνατο του τελευταίου, ο Μποτβίννικ κέρδισε το τουρνουά υποψηφίων το οποίο διεξήχθη το 1948, και διατήρησε τον τίτλο του μέχρι το 1957, όταν τον απώλεσε από τον Βασίλι Σμυσλόβ. Ανέκτησε τον τίτλο του στο ματς-ρεβάνς το 1958, αλλά τον ξαναέχασε το 1960 από τον Μιχαήλ Ταλ. Το 1961 όμως πήρε πάλι πίσω τον τίτλο του από τον Ταλ, για να τον απολέσει τελικά από τον Τίγκραν Πετροσιάν το 1963.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

J. EDGAR HOOVER - ΤΖ. ΕΝΤΓΚΑΡ ΧΟΥΒΕΡ

Τζ. Εντγκαρ Χούβερ
(1 Ιανουαρίου 1895 – 2 Μαΐου 1972)
Η κοσμοθεωρία τού επί 50 ολόκληρα χρόνια διευθυντή του FBI, Τζ. (Τζον) Εντγκαρ Χούβερ, δεν απείχε πολύ από αυτήν την ομώνυμης ηλεκτρικής σκούπας. Ο επικεφαλής των ομοσπονδιακών μυστικών υπηρεσιών, ο ενορχηστρωτής μιας σειράς εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που τάραξαν συθέμελα τη σύγχρονη αμερικανική ιστορία, ο σατανικός δημόσιος λειτουργός που έτρεμε και αυτός ο (εκάστοτε) αμερικανός πρόεδρος «σάρωνε» τα πάντα. Πληροφορίες, υπολήψεις, καριέρες, δολάρια, ελευθερίες.
Ο Τζ. Εντγκαρ Χούβερ ήρθε στον κόσμο με διάπλατα, καχύποπτα μάτια την Πρωτοχρονιά του 1895. Τα πρώτα του παιχνίδια (πιθανότατα κυάλια και ανιχνευτές ψεύδους) ήταν κρυμμένα κάτω από την κούνια του στο διώροφο σπίτι των Χούβερ, στο νούμερο 413 της Seward Square της Ουάσιγκτον, τρία τετράγωνα πίσω από το Καπιτώλιο. Μια «καθαρή», ευυπόληπτη γειτονιά ή, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ρίτσαρντ Γκιντ Πάουερς στο βιβλίο του «Secrecy and Power: The Life of J. Edgar Hoover», «ένας μικρόκοσμος μεσαίων λευκών προτεσταντών της Αμερικής. Στα όριά της συναντούσες λίγους πλούσιους και καθόλου φτωχούς. Εκτός από τους υπηρέτες που έρχονταν κάθε μέρα να μαγειρέψουν και να καθαρίσουν το σπίτι, ήταν μια γειτονιά λευκών». Ο πατέρας τού Εντγκαρ, Ντίκερσον Χούβερ, ήταν ένας πετυχημένος λιθογράφος ώσπου ένας νευρικός κλονισμός τον έστειλε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του σε άσυλο μειώνοντας αισθητά τα έσοδα της οικογένειας. Ο Εντγκαρ, το μικρότερο από τα τρία εναπομείναντα τέκνα (η αδελφή του Σάντι πέθανε το 1893 από διφθερίτιδα) είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη μητέρα του Αννι, αδυναμία στην οποία αρκετοί βιογράφοι θα αποδώσουν πολύ αργότερα την ομοφυλοφιλία του και την αδυναμία του στις ζαρτιέρες.
Σε ηλικία 12 ετών κερδίζει το παρατσούκλι «Speed» χάρη στην ταχύτητα με την οποία έφερε εις πέρας τις αποστολές του κουβαλώντας τα ψώνια από το μπακάλικο για διάφορους γείτονες (επ' αμοιβή βεβαίως). Εχοντας οικοδομήσει πλέον μια υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση (όχι μόνο ξεπέρασε το τραύλισμά του αλλά εξελίχθηκε σε δεινό ρήτορα), είναι έτοιμος να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον και να πιάσει δουλειά στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Το 1917 έχει ολοκληρώσει και τις μεταπτυχιακές σπουδές του και είναι έτοιμος να προσληφθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το 1919 αναλαμβάνει ειδικός βοηθός του γενικού εισαγγελέα Αλεξάντερ Μίλερ Πάλμερ και αρχίζει πλέον επισήμως να επιδίδεται σε αυτό που γνωρίζει να κάνει καλύτερα: να ρουφιανεύει (κατά προτίμηση ποταπά «κομμουνιστικά στοιχεία»). Το 1924 διορίζεται αναπληρωτής διευθυντής τού τότε Γραφείου Ερευνών (αυτό που θα βαφτιστεί λίγο αργότερα Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών, δηλαδή FBI) και επτά μήνες αργότερα διευθυντής του. Παραλαμβάνοντας έναν εντελώς ανυπόληπτο οργανισμό (κυρίως λόγω των σκανδάλων της προηγούμενης διοίκησης Χάρντινγκ) στα όρια της διάλυσης, εγκαινιάζει μια αγωνιώδη εκστρατεία «ανακαίνισης» εκ θεμελίων. Απολύει όλους τους ειδικούς πράκτορες που ο ίδιος θεωρεί άχρηστους, θέτει σε εφαρμογή αυστηρότατες διαδικασίες επιλογής, εκπαίδευσης και επιθεώρησης του προσωπικού, καθιερώνει αρχείο δακτυλικών αποτυπωμάτων το οποίο δεν θα αργήσει να γίνει το μεγαλύτερο του κόσμου, ιδρύει ένα επιστημονικό εργαστήριο εξακρίβωσης εγκλημάτων, ιδρύει την Εθνική Ακαδημία του FBI, όπου συγκεντρώνει αξιωματικούς των υπηρεσιών επιβολής του νόμου από όλη τη χώρα για ειδική, βαρέων βαρών, εκπαίδευση.
Το φακέλωμα έχει αρχίσει. Ολοι οι ύποπτοι για αριστερίζουσα συνείδηση και δράση (πάνω από 450.000 ονόματα) μαζί με το πλήρες βιογραφικό τους (παιδιά, σκυλιά, χόμπι, φαντασιώσεις, αριθμός ημερησίων στροφών της κεφαλής προς τα αριστερά κτλ., κτλ.) καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στα αρχεία του FBI. Ο Ερνεστ Χεμινγκγουέι (από τους αγαπημένους «στόχους» του Χούβερ) δεν διστάζει να κάνει λόγο για μια «αμερικανική Γκεστάπο», τα πλοκάμια της οποίας εφορμούν με εξαιρετική ταχύτητα και ευελιξία παντού. Η λίστα του Χούβερ (σαφώς πολύ πιο μακροσκελής από αυτήν του Σίντλερ) δεν παραλείπει κανέναν: από τον Αλβέρτο Αϊνστάιν και τη Μέριλιν Μονρόε ως τον Τζορτζ Οργουελ, τον Ντιν Μάρτιν και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Στον τελευταίο μάλιστα (όπως και σε αρκετούς άλλους) είχε μια ιδιαίτερη εμμονή. Φτάνει στο σημείο να στείλει στη γυναίκα του κασέτες με τις απιστίες του και στον ίδιο τον Κινγκ κάμποσες επιστολές που ούτε λίγο ούτε πολύ τον ενθαρρύνουν να αυτοκτονήσει. Την ίδια στιγμή το αφεντικό του FBI επωφελείται από τις πλείστες επιτυχίες των πρακτόρων του στην καταδίωξη και σύλληψή διαβόητων αμερικανών γκάνγκστερ για να πάρει με το μέρος του μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.
Υπό την ηγεσία του το FBI γίνεται διάσημο για την αδιάβλητη λειτουργία του και για την ανεξαρτησία του από κάθε πολιτικό έλεγχο. Αλλως ειπείν δεν υπήρξε αμερικανός πρόεδρος, από τον Ρούζβελτ ως τον Κένεντι, που να τολμούσε να κουνήσει τον Χούβερ από τη θέση του. Παρά την έντονη κριτική που δέχθηκε κατά καιρούς για τις αυταρχικές και πολλές φορές απάνθρωπες πρακτικές του, ο ευτραφής πρόγονος του Big Brother διατήρησε τον ζοφερό θώκο του ως τον θάνατό του, σε ηλικία 77 ετών.

ΑΠΟ ΤΟ http://www.tovima.gr/

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

JOHN DAVISON ROCKEFELLER - ΤΖΟΝ ΝΤΕΙΒΙΝΣΟΝ ΡΟΚΦΕΡΕΡ

Τζόν Ντέιβινσον Ροκφέλερ
(8 Ιουλίου 1839 - 23 Μαίου 1937)

Ο Τζον Ντέιβινσον Ροκφέλερ ήταν αμερικανός βιομήχανος, φιλάνθρωπος και ένας απο τους ισχυρότερους & πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο.
Γεννήθηκε στο Ρίτσφορντ της Νέας Υόρκης και η οικογένεια του ήταν γερμανοεβραϊκής καταγωγής. Αρχικά εργάστηκε ως λογιστής σε μικρές επιχειρήσεις. Το 1863 ίδρυσε το πρώτο διυλιστήριο πετρελαίου στο Κλίβελαντ και το 1870 ίδρυσε την Στάνταρντ Όιλ Κόμπανυ (Standard Oil Company). Σταδιακά η εταιρία του απέκτησε τον έλεγχο όλων των διυλιστηρίων του Πιτσμπουργκ, της Νέας Φιλαδέλφειας και της Βαλτιμόρης, έχοντας στα ταμεία της σε ρευστό περισσότερα από 40 εκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα δραστηροποιήθηκε και σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς όπως τις μεταφορές, την σιδηρουργία κ.α.
Μέχρι το 1882 είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα απο τα ισχυρότερα τράστ του κόσμου. Οι μέτοχοι όμως ξεκίνησαν δικαστική διαμάχη, και αφού κέρδισαν με δικαστικές αποφάσεις του 1882 και 1887, τον ανάγκασαν να διαλύσει την Standard Oil. Γρήγορα όμως κατάφερε να προσαρμοστεί στους αντιμονοπωλιακούς νόμους και να διατηρήσει στο ακέραιο την περιουσία του. Η άνοδος στην προεδρία των Η.Π.Α. του Θεόδωρου Ρούζβελτ συνέβαλλε αποφασιστικά στο τέλος της αυτοκρατορίας του. Ύστερα απο πολύχρονες δικαστικές διαμάχες το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τον Μάϊο του 1911 την διάλυση της εταιρείας σε μικρότερες, οι οποίες θα έπρεπε να λειτουργούν ανεξάρτητα και ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη.
Το 1913 αποσύρθηκε απο τις επιχειρήσεις του και ίδρυσε, με αρχικό κεφάλαιο 500 εκατομμύρια δολλάρια, το ίδρυμα Ροκφέλερ (Rockfeller Foundation) με σκοπό «την προαγωγή της ευημερίας της ανθρωπότητας στον κόσμο». Είχε προηγουμένως, το 1901, ιδρύσει το Ινστιτούτο Ροκφέλερ για ιατρικές έρευνες, προφανώς επηρεασμένος απο την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε, την αλωπεκία. Επίσης είχε ιδρύσει το 1880 το κολλέγιο Σπέλμαν στην Ατλάντα ενώ ήταν μεγάλος χορηγός του πανεπιστήμιου του Σικάγο. Σήμερα το ίδρυμα Ροκφέλερ είναι ένα απο τα πλουσιότερα στον κόσμο με περιουσία άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολλαρίων.
Ο Ροκφέλερ κατα τη διάρκεια της ζωής του δέχτηκε πολλές κριτικές για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του. Όπως αποδείχτηκε αργότερα μέσω της εταιρείας του είχε εξαγοράσει πολλούς δικαστές και πολιτικούς ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον κατηγορούσαν υπερβολικά σκληρή μεταχείριση προς τους χιλιάδες εργαζομένους του. Η μεγαλύτερη πολέμιος του ήταν η δημοσιογράφος Ιντα Τάρμπελ, η οποία κατάφερε με μια σειρά άρθρων να αποκαλύψει το μέχρι τοτε κρυφό πρόσωπο του. Ο Τζον Ροκφέλερ δεν απάντησε ποτέ στις κατηγορίες της, απλώς φρόντιζε πάντα να λέει: «Αν πατήσω πάνω σε αυτό το σκουλήκι, θα τραβήξω απλώς την προσοχή του. Αν το αγνοήσω, θα εξαφανιστεί».
Ο Ροκφέλερ απέφευγε σε όλη του τη ζωή τις δημόσιες εμφανίσεις, έχοντας ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μύθος γύρω απο το πρόσωπο του. Γενικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως τσιγκούνης, αντικοινωνικός και μυστικοπαθής παρ'ολα αυτά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το επιχειρηματικό του δαιμόνιο.
Απεβίωσε στις 23 Μαΐου του 1937 στο Όρμοντ Μπήτς της Φλώριντα. Ήταν παντρεμένος με την Λόρα Σελέστια Σπέλμαν και είχε πέντε παιδιά απο τα οποία κυρίως διακρίθηκε ο Τζον Ντέιβινσον τζούνιορ. Ο μετέπειτα κυβερνήτης της πολιτείας της Νέας Υόρκης & αντιπρόεδρος των Η.Π.Α. Νέλσον Άντριτς Ροκφέλερ ήταν εγγονός του.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009

JOHN GLENN - ΤΖΟΝ ΓΚΛΕΝ

Τζον Χέρσελ Γκλεν
«Τι θαυμάσια μέρα για τον Τζον Γκλεν, για την Πολιτεία του Οχάιο, για τη NASA και κυρίως για την Αμερική. Ο άνθρωπος ο οποίος πριν από 36 χρόνια ανέβηκε στο Friendship 7 και έδειξε τον δρόμο στη νέα γενιά, σήμερα δείχνει τον δρόμο στους ηλικιωμένους». Αυτά δήλωσε ο Μπιλ Κλίντον στις 16 Ιανουαρίου του 1998, την ημέρα που ανακοινώθηκε η επιστροφή του παλαίμαχου αστροναύτη και πρώην γερουσιαστή του Οχάιο, Τζον Γκλεν, στο Διάστημα, στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος της NASA με σκοπό τη μελέτη της έλλειψης βαρύτητας στους ηλικιωμένους. Οταν στις 29 Οκτωβρίου 1998 το διαστημόπλοιο Discovery απογειώθηκε από το Ακρωτήριο Κένεντι (πρώην Ακρωτήριο Κανάβεραλ), ο Τζον Γκλεν ήταν ο μεγαλύτερος σε ηλικία αστροναύτης που ταξίδεψε στο Διάστημα. Τριάντα έξι χρόνια νωρίτερα, στις 20 Φεβρουαρίου του 1962, ο νεαρός τότε αστροναύτης, εγκλωβισμένος στη διαστημική κάψουλα Friendship 7 Mercury, απογειώθηκε από το ίδιο Ακρωτήριο με τη βοήθεια ενός πυραύλου Atlas-6. Η πτήση του σε τροχιά γύρω από τη Γη διήρκεσε 4 ώρες, 55 λεπτά και 23 δευτερόλεπτα. Ο Γκλεν ήταν ο πρώτος αμερικανός αστροναύτης που πέταξε στο Διάστημα.
Ο Τζον Χέρσελ Γκλεν γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου 1921 στο Κέιμπριτζ του Οχάιο. Μικρός πήγαινε συχνά στην εκκλησία, σύμφωνα με τον πρεσβυτεριανό πατέρα του, όμως ο Θεός κατοικούσε μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και όχι στο ιερό ενός ναού. Η φιλοσοφία της τετραμελούς οικογενείας βασιζόταν στην ελευθερία του νου και στη δυνατότητα του ανθρώπου να καταφέρει τα πάντα.
Ξεκίνησε να σπουδάζει χημικός μηχανικός αλλά διέκοψε τις σπουδές του για να καταταγεί στην ναυτική αεροπορία μετά την εμπλοκή της Αμερικής στον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1943. Στο σμήνος VMO-155 με βάση το Ματζούρο της Ιαπωνίας και τα νησιά Μάρσαλ, ο Γκλεν οδήγησε στη μάχη 59 αποστολές. Η καριέρα του ως πιλότου συνεχίστηκε στην Κορέα, όπου ως σμήναρχος συμπλήρωσε 90 αποστολές, σε μία από αυτές μάλιστα πλησίασε μάλιστα τόσο πολύ τα εχθρικά αεροσκάφη που όταν το F-86 το οποίο πλοηγούσε επέστρεψε στη βάση του αριθμούσε 200 τρύπες.
Το 1958 η αμερικανική κυβέρνηση, μετά την επιτυχία του ρωσικού δορυφόρου Σπούτνικ, ξεκίνησε το Project Mercury, ένα πρώτης προτεραιότητας σχέδιο με στόχο την τοποθέτηση ενός διαστημικού οχήματος σε τροχιά γύρω από τη Γη. Ο Γκλεν υπεβλήθη σε μια σειρά από σωματικά και ψυχολογικά τεστ και τον Απρίλιο του 1959 επελέγη ως ένας από τους επτά αστροναύτες του Mercury. Θερμός υποστηρικτής των διαστημικών πειραμάτων και ερευνών της NASA, ο πρόεδρος Τζον Φ. Κένεντι έγινε στενός φίλος του Τζον Γκλεν και τον συμβούλεψε να στρέψει το βλέμμα του προς την πολιτική. Ο θάνατός του όμως άφησε τον Γκλεν μετέωρο.
Η πολιτικές φιλοδοξίες του Γκλεν μάλιστα διακόπηκαν λόγω ενός ατυχήματος. Ο Γκλεν υπέστη σοβαρή βλάβη στο τύμπανο του δεξιού αφτιού μετά από πτώση του στο μπάνιο. Ο Τζον Γκλεν εξελέγη τελικά γερουσιαστής το 1974, στην τρίτη του απόπειρα ως υποψηφίου. Οταν το 1998 προσέγγισε τη NASA, με σκοπό την επιστροφή του στο Διάστημα, ο Τζον Γκλεν είχε ήδη αφιερώσει τη ζωή του στην γνώση και στην πρόοδο. Οπως δήλωσε ο ίδιος στον λόγο του στο Κογκρέσο το 1962: «Είμαστε όλοι περήφανοι που λάβαμε μέρος σε αυτήν την προσπάθεια. Καθώς η γνώση μας για το Σύμπαν αυξάνεται ας ελπίσουμε ότι ο Θεός θα μας χαρίσει τη σοφία και την ευφυΐα να τη χειριστούμε σωστά».
ΑΠΟ ΤΟ www.tovima.gr

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

ΜΑΡΟΥΛΑ Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΛΗΜΝΟΥ

Μαρούλα, Η κόρη της Λήμνου
Στον Κότσινα έναν από τους ιστορικότερους οικισμούς της Λήμνου γεννήθηκε και έζησε η πιο γνωστή για τον ηρωισμό της Λημνιά, Η Μαρούλα. Η Μαρούλα ήταν κόρη του Ισίδωρου Κομνηνού και της Ευφροσύνης. Σύμφωνα με την παράδοση ο πατέρας της κατείχε εξέχουσα θέση στη μικρή κοινωνία και ήταν ο πλούσιος προστάτης του οικισμού, ο οποίος τότε άκμαζε και διέθετε ένα από τα μεγαλύτερα Φρούρια του νησιού.Την 21η Μαΐου 1478 τη μέρα που στον Κότζινο οι κάτοικοι πανηγύριζαν τη γιορτή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και της Αγίας Ελένης, ο Σουλειμάν έφτασε στον Κότσινο και άρχισε μια ηρωική μάχη.Η μάχη ήταν συγκλονιστική και η αντίσταση των Ελλήνων και Βενετών για την υπεράσπιση του φρουρίου, παροιμιώδης. Στη μάχη ο πατέρας της Μαρούλας σκοτώθηκε και η ηρωίδα θρηνούσε για το χαμό του. Όταν όμως κατάλαβε ότι οι απώλειες άρχισαν να λυγίζουν τη θέληση των πολιορκημένων, πήρε το σπαθί του πατέρα της και ρίχτηκε στη μάχη με αυτοθυσία. Η Μαρούλα πολέμησε με αξιοθαύμαστη τόλμη και κατάφερε να απωθήσει τον Τούρκο κατακτητή, γράφοντας το όνομά της με ανεξίτηλα γράμματα στην ιστορία του νησιού.Στο λιμανάκι του Κότσινα βρίσκεται σήμερα επιβλητικό μπρούτζινο άγαλμα της θρυλικής ηρωίδας στον προαύλιο χώρο του Ιερού ναού Ζωοδόχου Πηγής, στο λόφο όπου άλλοτε δέσποζε το απόρθητο φρούριο του Κότσινου.
Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς γράφει στο ποίημά του «Η κόρη της Λήμνου»: «Η Μάρω, το αρχοντικό κορμί, της Λήμνου η κόρη,
ξέρεις πως μόλις άψυχο της φέραν το κορμί του,
επήρε την ασπίδα του κι εζώσθη το σπαθί του»
ΑΠΟ ΤΟ http://www.roussopouli.com/

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

SAINT JOAN OF ARC - ΙΩΑΝΝΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΙΝΗΣ (ΖΑΝ ΝΤ ΆΡΚ)

Ζαν ντ΄Αρκ
Ιωάννα της Λωραίνης
Η Ιωάννα της Λωραίνης (Jeanne d'Arc, γνωστή και σαν Ζαν ντ' Αρκ ή Παρθένος της Ορλεάνης, 5 ή 6 Ιανουαρίου 1412, Ντομρεμύ- 30 Μαΐου 1431, Ρουέν) ήταν Γαλλίδα ηρωίδα επικεφαλής των Γαλλικών στρατευμάτων στον Εκατονταετή Πόλεμο κατά των Άγγλων στην Γαλλία.
Σε ηλικία 13 ετών είδε στον κήπο του πατρικού σπιτιού της το πρώτο από τα οράματά της, όπου παρουσιαζόταν ο
αρχάγγελος Μιχαήλ, η αγία Μαργαρίτα και η αγία Αικατερίνη και την καλούσαν να δράσει προκειμένου να απαλλάξει τη Γαλλία από την ταπείνωση που της είχαν επιβάλει οι Άγγλοι με τη συνθήκη του Τρουά στην πιο κρίσιμη φάση του Εκατονταετούς πολέμου, και να βοηθήσει τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου Κάρολο Z’ να επανακτήσει το στέμμα. Όμως, μόνο το 1429, αφού υπερνίκησε πολλές δυσκολίες, η Ιωάννα κατόρθωσε να γίνει δεκτή από τον Κάρολο και να πάρει την άδεια να ηγηθεί μιας μικρής στρατιωτικής δύναμης που είχε συγκροτηθεί για να ενισχύσει την Ορλεάνη, μία από τις λίγες πόλεις που είχαν μείνει πιστές στον διάδοχο, την οποία πολιορκούσαν οι Άγγλοι. Μετά την απελευθέρωση της Ορλεάνης, η Ιωάννα συνόδευσε τον Κάρολο στις κατοπινές επιχειρήσεις του απελευθερωτικού πολέμου (Τουρ, Οξέρ, Τρουά) έως την είσοδο στη Ρεμς, όπου ο δελφίνος στέφθηκε επίσημα βασιλιάς (17 Ιουλίου 1429). Αφού τραυματίστηκε κάτω από τα τείχη του Παρισιού, η Ιωάννα αιχμαλωτίστηκε σε μια επιχείρηση κοντά στην Κομπιένη από στρατιώτες του δούκα Φίλιππου της Βουργουνδίας (Μάιος 1430), ο οποίος την παρέδωσε στους Άγγλους. Στη Ρουέν δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο, που το είχε ορίσει το πανεπιστήμιο του Παρισιού και ενεργούσε σύμφωνα με τις διαταγές των Άγγλων. Καταδικάστηκε να καεί ζωντανή (auto da fe) ως αιρετική. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, όταν η Γαλλία είχε πια κερδίσει τον πόλεμο και αναγνώρισε τη συμβολή της Ζαν ντ' Αρκ στους νικηφόρους αγώνες, ένα νέο εκκλησιαστικό δικαστήριο αποκατέστησε την τιμή της Παρθένας της Ορλεάνης, η οποία στις 16 Μαΐου 1920 ανακηρύχθηκε αγία από την Καθολική Εκκλησία.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2008

ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ

Μαντώ Μαυρογένους
Η Μαντώ Μαυρογένους (Τεργέστη 1796 ή 1797 - Πάρος, Ιούλιος 1840) ήταν αγωνίστρια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Με την έναρξη της Επανάστασης πήγε στην Μύκονο και ξεσήκωσε τους κατοίκους εναντίον των Τούρκων. Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε τους πειρατές που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες και αργότερα πολέμησε στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά.
Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον πληθυσμό της Ελλάδας. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία. Για τη δραστηριότητά της, συνολικά, ο Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο.
Μετά την Επανάσταση, απογοητευμένη από την άτυχη ερωτική περιπέτειά της με το Δημήτριο Υψηλάντη και καταδιωκόμενη από τον Ιωάννη Κωλέττη, ξαναγύρισε στη Μύκονο και έπειτα από λίγα χρόνια πέθανε στην Πάρο πολύ φτωχή και λησμονημένη.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ