Τρίτη 4 Μαΐου 2010

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΕΡΡΑΙΒΟΣ

Χριστόφορος Περραιβός
Ο Χριστόφορος Περραιβός ήταν Έλληνας στρατιωτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1773 στην Περραιβία, κοντά στον Όλυμπο και συγκεκριμένα στους Παλαιούς Πόρους (Πούρλες) Πιερίας. Εξ ου και το ψευδώνυμο. Το πραγματικό επίθετο της οικογενείας του ήταν Χατζηβασίλης. Ο γιος του Θεμιστοκλής απέφυγε ν΄ απαντήσει για τον τόπο γέννησής του. Πιθανολογείται, όπως εξάγεται από ανέκδοτο φυλλάδιο του Γ. Κορδάτου, «Ο Ρήγας Φεραίος και η εποχή του» σελ.47, ότι ήταν νόθος γιος του πρωτοσύγκελου της Μητρόπολης Λάρισας, Ιερεμίου, που είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του.
Το 1793 σπούδασε στην ακμάζουσα τότε ελληνική Σχολή του Βουκουρεστίου και το 1796 στη Βιέννη, προκειμένου να σπουδάσει ιατρική. Εκεί συνάντησε τον Ρήγα Φεραίο, έγινε οπαδός του και έκτοτε συνεχής σύντροφός του. Όταν από προδοσία οι Αυστριακοί ανακάλυψαν τα επαναστατικά σχέδια του Ρήγα Φεραίου, (17 Δεκεμβρίου 1797), συνέλαβαν και τον Περραιβό, ο οποίος όμως αφέθηκε ελεύθερος, αφού ο Ρήγας τον κάλυψε λέγοντας ότι ήταν συμφοιτητής του που γνώρισε τυχαία.
Στη συνέχεια ο Περραιβός πήγε στην Επτάνησο όπου έγινε όργανο αρχικά των Γάλλων και στη συνέχεια των Ρώσων. Οι Γάλλοι εκτιμώντας τα οργανωτικά αλλά και τα συνωμοτικά του προσόντα του εμπιστεύτηκαν πολλές δύσκολες αποστολές σε διεργασίες. Στη Κέρκυρα όπου έμεινε αρκετά χρόνια, μέχρι το 1817, συνέγραψε την "Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας" την οποία εξέδωσε στο Παρίσι το 1803 (μόνο τον α΄ τόμο) και στη συνέχεια το 1815 εκδίδει πλήρως το έργο του στη Βενετία. Αργότερα το 1857 ακολούθησε η τρίτη έκδοσή, διορθωμένη.
Παρά ταύτα ο Χ. Περραιβός, τόσο στην Επτάνησο όσο και στη Βενετία, πολλές φορές καταδιώχθηκε ως συνωμότης, κατορθώνοντας όμως κάθε φορά να μένει εκτός φυλακών. Το 1817 μετά την ήττα του Ναπολέοντα όπου η γαλλική πολιτική ήταν πλέον ανίσχυρη προς την Ιερά Συμμαχία, πήγε στην Αγία Πετρούπολη όπου και διερχόμενος από την Οδησσό συναντήθηκε με τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας Σκουφά, Αναγνωστόπουλο, Τσακάλωφ και Κομιζόπουλο και έγινε μέλος της.
Από την εποχή αυτή αρχίζει και η νέα δράση του Περραιβού. Κατ΄ εντολή της Φιλικής Εταιρείας κατήλθε στη Μάνη για να προετοιμάσει τη μεγάλη εξέγερση. Επισκέφθηκε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου και λίγο πριν την επανάσταση μετέβη στην Ήπειρο στη περιοχή του Σουλίου, μετά στους Παξούς και τέλος στο Μεσολόγγι. Κατά δε την Επανάσταση του 1821 έδρασε και ως πολιτικός αλλά και ως στρατιωτικός. Μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη, ο Περραιβός τέθηκε υπό τις διαταγές του Υψηλάντη και τον ακολούθησε στις εκστρατείες του εναντίον των Τούρκων.
Έλαβε μέρος ως πληρεξούσιος στη Γ' Εθνοσυνέλευση και στη Δ' Εθνοσυνέλευση Άργους.
Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου διορίσθηκε συνταγματάρχης στη Βασιλική φάλαγγα. Στις 18 Μαρτίου του 1844 ο Βασιλεύς Όθωνας του απένειμε τον βαθμό του υποστράτηγου.
Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία ενενήντα περίπου χρόνων στις 4 Μαΐου 1863.
Συγγραφικό έργο
Εκτός της παραπάνω αναφερόμενης δίτομης "Ιστορίας του Σουλίου και της Πάργας", ο Χ.Περραιβός συνέγραψε επίσης τα "Πολεμικά απομνημονεύματα" το 1836 σε δύο τόμους, και τη βιογραφία του Ρήγα Φεραίου του Θεσσαλού το έτος 1860.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

THOMAS HUXLEY - ΤΟΜΑΣ ΧΑΞΛΕΥ

Τόμας Χάξλεϋ
Ο Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ, (4 Μαΐου 1825 – 29 Ιουνίου 1895) ήταν Άγγλος βιολόγος, γνωστός και ως το "μπουλντόγκ του Δαρβίνου", λόγω της ένθερμης υποστήριξης της θεωρίας της εξέλιξης του Κάρολου Δαρβίνου.
Οι επιστημονικές του αντιπαραθέσεις με τον Ρίτσαρντ Όουεν οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της ανατομίας του εγκεφάλου του ανθρώπου και του γορίλα.
Προσπάθησε να εκλαϊκεύσει την επιστήμη, και σε αυτόν αποδίδεται η επινόηση του όρου "αγνωστικισμός", που περιέγραφε τη στάση του απέναντι στη θρησκευτική πίστη.
Επίσης, του αποδίδεται η επινόηση της έννοιας της "βιογένεσης", μιας θεωρίας που δηλώνει ότι όλα τα κύτταρα δημιουργούνται από άλλα κύτταρα, και της έννοιας της "αβιογένεσης", που περιγράφει την δημιουργία ζωής από μη ζωντανή ύλη.
Βιογραφία
Πρώτα χρόνια
Ο Χάξλεϋ, γεννημένος στο Ealing του δυτικού Λονδίνου, ήταν ο έκτος από τα οκτώ παιδιά του Τζορτζ Χάξλεϋ, καθηγητή μαθηματικών στο Ealing. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών ξεκίνησε σπουδές ιατρικής στο Charing Cross Hospital, με υποτροφία. Όταν ήταν είκοσι ετών, βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο στην ανατομία και τη φυσιολογία, κατά τις εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Το 1845, δημοσίευσε την πρώτη του επιστημονική διατριβή.
Ταξίδι με το Rattlesnake
Μετά τις σπουδές, ο Χάξλεϋ έκανε αίτηση για μια θέση στο ναυτικό. Διορίστηκε χειρούργος στο πλοίο HMS Rattlesnake, που επρόκειτο να ξεκινήσει εξερευνητικό ταξίδι στο Torres Strait. Το Rattlesnake αναχώρησε από την Αγγλία στις 3 Δεκεμβρίου, 1846, και όταν έφτασε στο νότιο ημισφαίριο, ο Χάξλεϋ ξεκίνησε να μελετά τα θαλάσσια ασπόνδυλα. Άρχισε να στέλνει λεπτομέρειες των ανακαλύψε΄ων του στην Αγγλία, και το 1849 δημοσιεύθηκε η διατριβή του On the Anatomy and the Affinities of the Family of Medusae (Περί της ανατομίας και των συγγενειών της οικογένειας των μεδουσών).
Η αξία του έργου του αναγνωρίστηκε και, επιστρέφοντας στην Αγγλία, τιμήθηκε με το Βασιλικό μετάλλιο και εκλέχθηκε μέλος του συμβουλίου της Βασιλικής Κοινότητας. Απέκτησε δεσμούς φιλίας με τον Τζόζεφ Ντάλτον Χούκερ και τον Τζον Τίνταλ, που διατήρησε για το υπόλοιπο της ζωής του. Παραιτήθηκε από το ναυτικό και, τον Ιούλιο του 1854, έγινε λέκτωρ στο Imperial College του Λονδίνου.
Γάμος και οικογένεια
Το 1855, παντρεύτηκε την Ενριέτα Ανν Χήθορν (1825-1915), μία Αγγλίδα μετανάστρια που είχε γνωρίσει στο Σύδνεϋ. Έκαναν πέντε κόρες και τρεις γιούς, ένας από τους οποίους έγινε γνωστός συγγραφέας (Λέοναρντ Χάξλεϋ):
Νόελ Χάξλεϋ (1856-1860) πέθανε σε ηλικία 4 ετών.
Τζέσσι Οριάνα Χάξλεϋ (1856-1927), παντρεύτηκε τον αρχιτέκτονα Φρεντ Γουόλερ το 1877.
Μάριαν Χάξλεϋ (1859-1889)
Λέοναρντ Χάξλεϋ (1860-1933) συγγραφέας.
Ρέητσελ Χάξλεϋ (1862-1934)
Νέτι Χάξλεϋ (1863-1940)
Χένρυ Χάξλεϋ (1865-1946), έγινε γιατρός στο Λονδίνο.
Έθελ Χάξλεϋ (1866-1941)
Το "μπουλντόγκ του Δαρβίνου"
Το 1859, δημοσιεύθηκε Η Καταγωγή των Ειδών (The Origin of Species) του Κάρολου Δαρβίνου. Ο Χάξλεϋ είχε απορρίψει τη θεωρία περί μετάλλαξης του Ζαν Μπατίστ-Λαμάρκ, θεωρώντας πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία για την υποστήριξή της. Ωστόσο, πίστευε πως ο Δαρβίνος είχε διατυπώσει μια υπόθεση που αποτελούσε μια καλή βάση, παρόλο που οι αποδείξεις δεν ήταν ακόμη αρκετές, και έγινε ένας από τους βασικούς υποστηρικτές του Δαρβίνου στην αντιπαρέθεση που ακολούθησε μετά την δημοσίευση του βιβλίου. Τον Ιούνιο του 1860 μίλησε υπέρ της θεωρίας του Δαρβίνου για την φυσική επιλογή, σε μια αντιπαράθεση που έλαβε χώρα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Είχε μάλιστα και την υποστήριξη του φίλου του Τζόζεφ Ντάλτον Χούκερ, ενώ την αντίθετη άποψη υποστήριξαν ο Επίσκοπος της Οξφόρδης Σάμιουελ Ουίλμπερφορς και ο καπετάνιος του HMS Beagle, Ρόμπερτ Φιτζρόυ.
Έπειτα, ο Χάξλεϋ ασχολήθηκε με το θέμα της καταγωγής του ανθρώπου, υποθέτωντας ότι ο άνθρωπος καταγόταν από τους πιθήκους. Στην άποψη αυτή εναντιώθηκε ο Ρίτσαρντ Όουεν, που δήλωσε ότι ο άνθρωπος ήταν ξεκάθαρα διαφορετικός από οποιοδήποτε άλλο ζώο, λόγω της ανατομικής δομής του εγκεφάλου του. Αυτό το επιχείρημα ήταν αντίθετο με τα γνωστά δεδομένα και καταρρίφθηκε από τον Χάξλεϋ με αρκετές δημοσιεύσεις και διαλέξεις, που εκδόθηκαν συγκεντρωτικά το 1863 στο βιβλίο Evidence as to Man's Place in Nature.
Επί τριανταένα χρόνια ασχολήθηκε με την παλαιοντολογική έρευνα. Πολλά από τα απομνημονεύματά του για τα απολιθώματα ψαριών οδήγησαν στην καθιέρωση σημαντικών μορφολογικών δεδομένων. Η μελέτη των απολιθωμάτων των ερπετών οδήγησαν στο να αποδείξει, το 1867 τη συγγένειά τους με τα πτηνά.
Από το 1870 και έπειτα, αποσύρθηκε από την επιστημονική έρευνα και ασχολήθηκε με τα δημόσια καθήκοντά του. Από το 1871 ως το 1880 διετέλεσε γραμματέας της Βασιλικής Κοινότητας και από το 1881 ως το 1885 είχε τη θέση του προέδρου. Το 1888, του απενεμείθη το Copley Medal από την Βασιλική Κοινότητα.
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε το 1885. Το 1890 εγκαταστάθηκε Ήστμπορν, όπου και απεβίωσε, μετά από μία επίπονη περίοδο ασθενείας.
Πολλοί από τους απογόνους του ακολούθησαν επιτυχημένη ακαδημαϊκή καριέρα, όπως τα εγγόνια του Άλντους Χάξλεϋ (συγγραφέας), Τζούλιαν Χάξλεϋ (ο πρώτος Γενικός Γραμματέας της UNESCO και ιδρυτής του WWF) και Άντριου Χάξλεϋ (που τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ στη φυσιολογία).
Στον Χάξλεϋ αποδίδεται η φράση "προσπάθησε να μάθεις κάτι για τα πάντα και τα πάντα για κάτι".
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

KATSUSHIKA HOKUSAI - ΚΑΤΣΟΥΣΙΚΑ ΧΟΚΟΥΣΑΙ

Κατσουσίκα Χοκουσάι
(Οκτώβριος ή Νοέμβριος 1760 – 4 Μαίου 1849)
Ο ζωγράφος, σκιτσογράφος και ξυλογλύπτης Χοκουσάι έζησε και εργάστηκε στο Έντο, το σημερινό Τόκιο. Από το 1779 εργάστηκε στο εργαστήριο του ξυλογλύπτη Σουνς, του οποίου την τεχνική αρχικά μιμήθηκε στα έργα του, ξυλογλυπτικά και διακόσμηση βιβλίων. Στη συνέχεια και μέχρι το έτος 1795 περίπου δημιούργησε ο καλλιτέχνης πορτρέτα ωραίων κοριτσιών (Μπιτζίν-γκα), τα οποία ήταν επηρεασμένα από το στιλ των μεγάλων τεχνητών του είδους Κιγιονάγκα και
Ουταμάρο, καθώς επίσης διακοσμήσεις ποιητικών εκδόσεων και μικρές ευχετήριες κάρτες (σουριμόνο). Από το έτος 1798 ασχολήθηκε ο Χοκουσάι με ξυλόγλυπτα τοπία σε απομίμηση ευρωπαϊκών χαλκογραφιών. Από το 1800 περίπου αυτά τα σχέδια τοπίων και παραστάσεων απέκτησαν το ίδιότυπο στιλ του καλλιτέχνη.
Ο Χοκουσάι ήταν ένας από τους πιο πολύπλευρους καλλιτέχνες του στιλ ουκίγιο-ε (εικόνες του επιπλέοντος κόσμου) με ιδιοφυή έλεγχο της σύνθεσης και της τεχνικής. Μετά το 1820 δημιούργησε ο Χοκουσάι τα ώριμα έργα του, ανάμεσά τους περισσότερα από 30.000 σχέδια και διακοσμήσεις σε πάνω από 500 βιβλία, καθώς επίσης πλήθος από σειρές ξυλογλυπτικών παραστάσεων με τοπία, πουλιά, άνθη κλπ.
ΑΠΟ ΤΟ http://sfrang.com/

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

BRYAN FERRY: ''DON 'T STOP THE DANCE''

CHURCH AND DOMINICAN CONVENT OF SANTA MARIA DELLE - ΝΑΟΣ ΚΑΙ ΔΟΜΙΝΙΚΑΝΗ ΜΟΝΗ ΣΑΝΤΑ ΜΑΡΙΑ ΝΤΕΛΕ ΓΚΡΑΤΣΙΕ

Ναός και Δομινικανή μονή Σάντα Μαρία Ντέλε Γκράτσιε με τον «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο ντα Βίντσι (Ιταλία)
Μετά τις εργασίες αναστήλωσης που διάρκεσαν 20 χρόνια, η τραπεζαρία της μονής Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε στο Μιλάνο άνοιξε ξανά για το κοινό στις 28 Μαΐου 1999. Η διασημότερη τοιχογραφία του κόσμου δόθηκε ξανά στη χρήση του κοινού με μια λαμπρότητα που δεν υπήρχε εδώ και αιώνες.
Είχε αποφασιστεί κατά τα μέσα του 15ου αιώνα ότι έπρεπε να κατασκευαστεί ένας καινούργιος ναός, αποτέλεσμα της άρνησης των δομινικανών πατέρων του Σαν Εουστόρτζιο να προσχωρήσουν στην αναμόρφωση του Τάγματος. Το σχέδιο ανατέθηκε στον Τζουνιφόρτε Σολάρι και ο θεμέλιος λίθος τέθηκε το 1463. Μέχρι το 1490 είχε ολοκληρωθεί το κτίριο και το παρακείμενο μοναστήρι σε ύστερο γοτθικό ρυθμό, όμως δυο χρόνια αργότερα ο Λουδοβίκος ο Μαυριτανός αποφάσισε να πραγματοποιήσει ορισμένες αλλαγές ώστε να τοποθετηθεί εκεί ο τάφος της συζύγου του, Βεατρίκης ντ’ Έστε. Ζητήθηκε από τον Ντονάτο Μπραμάντε να κατεδαφίσει το πρεσβυτέριο και την αψίδα και να κατασκευάσει μια υπέροχη επισκοπική έδρα διακοσμημένη με το οικόσημο της οικογένειας Σφόρτσα, που ήταν άρχοντες της πόλης και με μαρμάρινα στρογγυλά ανάγλυφα με αγίους.
Τον Μπραμάντε ίσως βοήθησε ο Λεονάρντο, που του είχε εμπιστευτεί την τοιχογραφία στον πίσω τοίχο της τραπεζαρίας της μονής. Η τραπεζαρία είναι μια τεράστια αίθουσα με θόλο και φεγγίτες σε σχήμα ομπρέλας. Ο καλλιτέχνης από το Βίντσι άρχισε να εργάζεται για την τοιχογραφία το 1494-1495 και την ολοκλήρωσε το 1498. Αν και ο Μυστικός Δείπνος ήταν ένα θέμα που αναπαριστούσαν πολύ συχνά στις τραπεζαρίες των μοναστηρίων, ο Λεονάρντο κατάφερε να το κάνει σύμβολο της ζωγραφικής της ιταλικής αναγέννησης. Ο Ιησούς απεικονίζεται στο κέντρο μόνος, ενώ οι Απόστολοι, ανά ομάδες των τριών, σχολίαζαν τις κακές ειδήσεις που μόλις τους είχε μεταδώσει ο Ιησούς, ότι δηλαδή ένας από αυτούς θα τον πρόδιδε. Στο τραπέζι υπάρχουν ακόμη τα αποφάγια από το λιτό γεύμα τους και η αίθουσα είναι στολισμένη με χαλιά, όπως αναφέρεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο. Μια λαμπρή κεντρική προοπτική, που παριστάνει τη φανταστική συνέχιση του πραγματικού χώρου στην τραπεζαρία της μονής, εμφανίζεται πίσω από την ομάδα.
Η καταπληκτική αυτή σκηνή ενέπνευσε πληθώρα έργων ζωγράφων όχι μόνο από τη λομβαρδική σχολή, όπως του Τισιανού, αλλά επίσης και από τον Τζορντάνε, τον Ρούμπενς και τον Ρεμπράντ. Πάμπολλοι ζωγράφοι έκαναν αντίγραφα του «Τσενάκολο» (ιταλική ονομασία της τοιχογραφίας). Το 1503 ο Μπραμαντίνο έκανε ένα αντίγραφο για κάποιον ιδιώτη και τον ακολούθησε ο Τζιοβάν Πιέτρο ντα Τσέμο, ο Αντρέα Σολάριο και ο Μάρκο ντ’ Οτζιόνο Τζαμπετρίνο, η αναπαράσταση του σε καμβά συνέβαλε στη διάδοση της φήμης της τοιχογραφίας.
Σύντομα πάντως, η ποιότητα του έργου άρχισε να φθείρεται. Ο Λεονάρντο είχε κάνει ένα εκπληκτικό απρόβλεπτο λάθος με τη χρήση χρωμάτων τέμπερας και λαδιού κατευθείαν σε βάση, την οποία ο ίδιος είχε αναμίξει στην πέτρα του τοίχου, τεχνική γνωστή σαν ζωγραφική «σέκο» (σε ξερό γύψο). Στις παραδοσιακές τοιχογραφίες η τοποθέτηση των χρωμάτων γίνεται πάνω σε φρέσκο (τοιχογραφία) στρώμα ασβέστη, ώστε να μπορούν να διατηρηθούν καλύτερα. Ο Λεονάρντο προτίμησε την προηγούμενη μέθοδο που του επέτρεψε να απεικονίσει καλύτερα τις λεπτομέρειες, όμως η υγρασία στην τραπεζαρία προκάλεσε φθορές. Σημαντικές φθορές είχαν ήδη αναφερθεί από το 1517 και έναν αιώνα αργότερα, ο καρδινάλιος Φεντερίκο Μπορομέο ανέθεσε στον Βεσπίνο να κατασκευάσει ένα τέλειο αντίγραφο της τοιχογραφίας για καταγραφή του αριστουργήματος το οποίο ήδη θεωρήθηκε χαμένο.
Τους επόμενους αιώνες η αναστήλωση του «Τσενάκολο» ήταν το πιο επιτακτικό θέμα μεταξύ των μιλανέζικων πολιτιστικών κύκλων, συνήθως όμως τέτοιου είδους προσπάθειες δεν ήταν τίποτε άλλα παρά πρόσχημα για τους κυβερνήτες και τους διευθυντές μουσείων να στρέψουν τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Για παράδειγμα, το 1770 έγινε μια αδέξια βλάβη κατά τη διαδικασία αποκατάστασης από τον Τζουζέπε Μάτσα μετά από την παράκληση του κόμη Κάρλο ντι Φίρμιαν, ο οποίος είχε επιφορτιστεί με το έργο από τον Αυστριακό κυβερνήτη του Μιλάνου. Ένα ανάλογο επεισόδιο συνέβη στις αρχές του 20 ου αιώνα, όταν ο Λουίτζι Καβενάγκι προσπάθησε να διασφαλίσει τα χρώματα με σκληρή ρητίνη, πράγμα που αντιτίθεται στην ίδια την επεξεργασία των χρωμάτων.
Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Μυστικός Δείπνος βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση, τουλάχιστον όμως διασώθηκε από τον βομβαρδισμό που έπληξε την τραπεζαρία της μονής τον Αύγουστο του 1943. Πάντως, οι εργασίες αναστήλωσης θεωρήθηκαν απαραίτητες με την κατάρρευση του τοίχου, καθώς η οροφή έβγαζε σκόνη και εμφάνισε υγρασία που επιδείνωση την ήδη επικίνδυνη κατάσταση της τοιχογραφίας. Στη δεκαετία του 1950, η εικόνα περιορίστηκε σε ελάχιστη επαφή με τον τοίχο. Η τελευταία αναστήλωση, που ξεκίνησε το 1977, ήταν η τελευταία σε μια σειρά από δέκα τουλάχιστον ανεπιτυχείς ή ακόμη και ζημιογόνες προσπάθειες.
Τελικώς ανελήφθη η πιο φιλόδοξη επιχείρηση για την απομάκρυνση όλων των πρόσθετων στρωμάτων προς ανεύρεση του αυθεντικού «Τσενάκολο» του Λεονάρντο.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»

''CANDID CAMERA'': ΠΑΛΙΑ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

CANDID CAMERA
Κωμική σειρά 56 επεισοδίων των 30 λεπτών
Πρεμιέρα στον ΑΝΤ1 την Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 1992
Παραγωγή, σενάριο και σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη
Παρουσίαση της Μαρίνας Τσιντικίδου, του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου και της Βίκυς Κουλιανού
….Καλόκαρδες και καμιά φορά…..σκληρόκαρδες φάρσες σε ανύποπτους Αθηναίους, όπου μια κρυμμένη κάμερα παρακολουθεί τις αντιδράσεις τους σε σκηνοθετημένες αλλά απρόβλεπτες γι’ αυτούς καταστάσεις. Η σειρά συνεχίστηκε και την επόμενη τηλεοπτική περίοδο (30 επεισόδια) στο STAR με παρουσιαστές τους Σάκη Μπουλά και τη Νίνα Γεωργαλά…..
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

JOSEPH MCCARTHY - ΤΖΟΖΕΦ ΜΑΚΑΡΘΙ

Τζόζεφ Μακάρθι
(14 Νοεμβρίου 1908, 2 Μαίου 1957)
Η ψαλίδα της λογοκρισίας θα είχε κόψει και θα είχε ράψει πολύ λιγότερο χωρίς τον Τζόζεφ Μακάρθι. Χωρίς τον διαβόητο αμερικανό γερουσιαστή από το Γουισκόνσιν που όχι απλά οργάνωσε το μεγαλύτερο κυνήγι μαγισσών του 20ού αιώνα αλλά διεκδίκησε και κατέλαβε το δικό του λήμμα στο ετυμολογικό λεξικό της παγκόσμιας φαυλότητας: μακαρθισμός= κάθε πρακτική πολιτικών διώξεων εις βάρος πολιτών και συγκεκριμένων πεποιθήσεων με την καλλιέργεια κλίματος εκφοβισμού και με την κατασυκοφάντησή τους (Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη). Ο ίδιος μάλιστα δεν δίστασε, στα πλαίσια μιας ομιλίας στη γενέτειρά του το 1952, να ταυτίσει αυθαιρέτως την εν λόγω πρακτική ­ της οποίας διατηρεί ισοβίως το copyright ­ με τα πιο κρυφά όνειρα του θείου Σαμ. «Ο μακαρθισμός είναι αμερικανισμός με τα μανίκια σηκωμένα» είχε πει τότε και κανείς από το ακροατήριό του δεν τόλμησε να του φέρει την παραμικρή αντίρρηση. Ισως γιατί όλοι φοβούνταν μήπως κατηγορηθούν «ως ένοχοι απείθειας προς το Κογκρέσο», «ως μη συνεργάσιμοι» και γενικά «ως επικίνδυνα κομμουνιστικά στοιχεία».
Ο Τζόζεφ Μακάρθι γεννήθηκε το 1908 στο Απλτον του Γουισκόνσιν. Εγκαινίασε την παρεμβατική καριέρα του ως δικηγόρος και δικαστής μεταβατικού δικαστηρίου (1940-1942) προτού καταταγεί κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου ως εθελοντής στο Σώμα των Πεζοναυτών. Μετά το τέλος του πολέμου φόρεσε τα γάντια του και ξεκίνησε μια γερή προθέρμανση στο ρινγκ της πολιτικής. Αρκετοί αντίπαλοί του βγήκαν νοκ άουτ από τον πρώτο κιόλας γύρο. Το 1946 εξασφάλισε με πρωτόγνωρη επιτυχία το χρίσμα του υποψήφιου γερουσιαστή του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έναντι του Ρόμπερτ Μ. Λα Φολέτ του Νεότερου. Το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου εξελέγη γερουσιαστής και η αμερικανική ιστορία έλαβε εν αγνοία της θέση για μία από τις πλέον μελανές σελίδες της.
Για λίγο καιρό ο Τζόζεφ Μακάρθι προτίμησε να μείνει στην αφάνεια τροχίζοντας τα ψαλίδια του. Στα τέλη της δεκαετίας του '40 αποφάσισε ότι είχε έρθει η στιγμή να εγκαινιάσει την αντικομμουνιστική σταυροφορία του, καλλιεργώντας ένα κλίμα σύγχυσης και φόβου (το περιώνυμο Great Red Scare), όπου το να είσαι «κόκκινος» ισοδυναμούσε με το να πυροβολείς πισώπλατα το Αγαλμα της Ελευθερίας. Ο δαιμόνιος γερουσιαστής ξεκίνησε το θεάρεστο έργο του διατυπώνοντας δημόσια την κατηγορία ότι 205 κομμουνιστές είχαν διεισδύσει στο υπουργείο Εξωτερικών. Παρ' όλο που στην κατάθεσή του ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας δεν κατάφερε να προσκομίσει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο (δεν κατάφερε να κατονομάσει ούτε ένα μέλος του κομμουνιστικού κόμματος που να υπηρετεί σε κυβερνητικό τομέα), πέτυχε να προλειάνει το έδαφος για τις μεταγενέστερες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του. Ο σάλος που ξέσπασε στην αρχή της καινούργιας δεκαετίας έφερε στην επιφάνεια τις καλά καμουφλαρισμένες φοβίες του κουρασμένου από τον πόλεμο της Κορέας αμερικανικού λαού για τις επικίνδυνες διαστάσεις που έπαιρνε μέρα με την ημέρα ο «κόκκινος» εφιάλτης.
Ο Μακάρθι δεν άργησε να εξασφαλίσει την προεδρία της περιβόητης HUAC, House on Un-American Activities Committee (Επιτροπής κατά των Αντιαμερικανικών Ενεργειών), που είχε συσταθεί ήδη από το 1938 με απώτερο στόχο να πατάξει κάθε αντεθνική δραστηριότητα. Τα δύο επόμενα χρόνια έβαλε σε εφαρμογή το ανακριτικό έργο του, διενεργώντας μαραθώνιες έρευνες σε οποιονδήποτε χώρο θεωρούσε ο ίδιος ότι θα μπορούσε να βρει γόνιμο έδαφος ο σατανικός σπόρος του μπολσεβικισμού. Ενας εξ αυτών ήταν βεβαίως το παντοδύναμο Χόλιγουντ. Ανακρίσεις, διώξεις «αθώων» και ένα άγριο ψαλίδισμα ταινιών (π.χ., «Το αλάτι της γης» των Γουίλσον και Μπίμπερμαν που φυγαδεύτηκε κατακερματισμένο στο εξωτερικό) ήταν μερικά μόνο από τα κατασταλτατικά μέτρα ενός ανεξέλεγκτου πλέον μακαρθισμού. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παραγωγοί θα κληθούν να καταθέσουν τα αντικομμουνιστικά φρονήματά τους. Κάποιοι συμμορφώνονται, άλλοι αρνούνται πεισματικά να συνεργαστούν και μπαίνουν στη μαύρη λίστα (π.χ., ο Τσάρλι Τσάπλιν που διέφυγε στο εξωτερικό και ο Ντάλτον Τράμπο που αναγκάστηκε να υιοθετήσει ψευδώνυμο) και άλλοι διασταυρώνουν τα ξίφη τους και απλά καταδίδουν συναδέλφους διεκδικώντας τον ζηλευτό τίτλο «Δήμος Σταρένιος» του Χόλιγουντ. Ανάμεσα στους ουκ ολίγους τελευταίους οι Αντολφ Μανζού, Γκάρι Κούπερ, Ρόμπερτ Τέιλορ, Γουόλτ Ντίσνεϊ και βέβαια ο Ηλίας Καζάν, ο οποίος θα ζήσει για πάντα με τη ρετσινιά του χαφιέ.
Η επιρροή του γερουσιαστή μειώθηκε αισθητά μετά το 1954, όταν είχε πλέον έρθει για τα καλά στην επιφάνεια η βαναυσότητα και το παράλογο των ανακρίσεών του. Το άστρο του έσβησε εντελώς όταν οι ρεπουμπλικανοί έχασαν την πλειοψηφία στη Γερουσία. Ο Τζόζεφ Μακάρθι αντικαταστάθηκε άρον άρον στην προεδρία της HUAC, η «προσφορά» του όμως στην πνευματική αφαίμαξη και στον χαφιεδισμό παραμένει.
ΑΠΟ ΤΟ http://www.tovima.gr/

J. EDGAR HOOVER - ΤΖ. ΕΝΤΓΚΑΡ ΧΟΥΒΕΡ

Τζ. Εντγκαρ Χούβερ
(1 Ιανουαρίου 1895 – 2 Μαΐου 1972)
Η κοσμοθεωρία τού επί 50 ολόκληρα χρόνια διευθυντή του FBI, Τζ. (Τζον) Εντγκαρ Χούβερ, δεν απείχε πολύ από αυτήν την ομώνυμης ηλεκτρικής σκούπας. Ο επικεφαλής των ομοσπονδιακών μυστικών υπηρεσιών, ο ενορχηστρωτής μιας σειράς εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που τάραξαν συθέμελα τη σύγχρονη αμερικανική ιστορία, ο σατανικός δημόσιος λειτουργός που έτρεμε και αυτός ο (εκάστοτε) αμερικανός πρόεδρος «σάρωνε» τα πάντα. Πληροφορίες, υπολήψεις, καριέρες, δολάρια, ελευθερίες.
Ο Τζ. Εντγκαρ Χούβερ ήρθε στον κόσμο με διάπλατα, καχύποπτα μάτια την Πρωτοχρονιά του 1895. Τα πρώτα του παιχνίδια (πιθανότατα κυάλια και ανιχνευτές ψεύδους) ήταν κρυμμένα κάτω από την κούνια του στο διώροφο σπίτι των Χούβερ, στο νούμερο 413 της Seward Square της Ουάσιγκτον, τρία τετράγωνα πίσω από το Καπιτώλιο. Μια «καθαρή», ευυπόληπτη γειτονιά ή, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Ρίτσαρντ Γκιντ Πάουερς στο βιβλίο του «Secrecy and Power: The Life of J. Edgar Hoover», «ένας μικρόκοσμος μεσαίων λευκών προτεσταντών της Αμερικής. Στα όριά της συναντούσες λίγους πλούσιους και καθόλου φτωχούς. Εκτός από τους υπηρέτες που έρχονταν κάθε μέρα να μαγειρέψουν και να καθαρίσουν το σπίτι, ήταν μια γειτονιά λευκών». Ο πατέρας τού Εντγκαρ, Ντίκερσον Χούβερ, ήταν ένας πετυχημένος λιθογράφος ώσπου ένας νευρικός κλονισμός τον έστειλε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του σε άσυλο μειώνοντας αισθητά τα έσοδα της οικογένειας. Ο Εντγκαρ, το μικρότερο από τα τρία εναπομείναντα τέκνα (η αδελφή του Σάντι πέθανε το 1893 από διφθερίτιδα) είχε ιδιαίτερη αδυναμία στη μητέρα του Αννι, αδυναμία στην οποία αρκετοί βιογράφοι θα αποδώσουν πολύ αργότερα την ομοφυλοφιλία του και την αδυναμία του στις ζαρτιέρες.
Σε ηλικία 12 ετών κερδίζει το παρατσούκλι «Speed» χάρη στην ταχύτητα με την οποία έφερε εις πέρας τις αποστολές του κουβαλώντας τα ψώνια από το μπακάλικο για διάφορους γείτονες (επ' αμοιβή βεβαίως). Εχοντας οικοδομήσει πλέον μια υπερχειλίζουσα αυτοπεποίθηση (όχι μόνο ξεπέρασε το τραύλισμά του αλλά εξελίχθηκε σε δεινό ρήτορα), είναι έτοιμος να σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον και να πιάσει δουλειά στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Το 1917 έχει ολοκληρώσει και τις μεταπτυχιακές σπουδές του και είναι έτοιμος να προσληφθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το 1919 αναλαμβάνει ειδικός βοηθός του γενικού εισαγγελέα Αλεξάντερ Μίλερ Πάλμερ και αρχίζει πλέον επισήμως να επιδίδεται σε αυτό που γνωρίζει να κάνει καλύτερα: να ρουφιανεύει (κατά προτίμηση ποταπά «κομμουνιστικά στοιχεία»). Το 1924 διορίζεται αναπληρωτής διευθυντής τού τότε Γραφείου Ερευνών (αυτό που θα βαφτιστεί λίγο αργότερα Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών, δηλαδή FBI) και επτά μήνες αργότερα διευθυντής του. Παραλαμβάνοντας έναν εντελώς ανυπόληπτο οργανισμό (κυρίως λόγω των σκανδάλων της προηγούμενης διοίκησης Χάρντινγκ) στα όρια της διάλυσης, εγκαινιάζει μια αγωνιώδη εκστρατεία «ανακαίνισης» εκ θεμελίων. Απολύει όλους τους ειδικούς πράκτορες που ο ίδιος θεωρεί άχρηστους, θέτει σε εφαρμογή αυστηρότατες διαδικασίες επιλογής, εκπαίδευσης και επιθεώρησης του προσωπικού, καθιερώνει αρχείο δακτυλικών αποτυπωμάτων το οποίο δεν θα αργήσει να γίνει το μεγαλύτερο του κόσμου, ιδρύει ένα επιστημονικό εργαστήριο εξακρίβωσης εγκλημάτων, ιδρύει την Εθνική Ακαδημία του FBI, όπου συγκεντρώνει αξιωματικούς των υπηρεσιών επιβολής του νόμου από όλη τη χώρα για ειδική, βαρέων βαρών, εκπαίδευση.
Το φακέλωμα έχει αρχίσει. Ολοι οι ύποπτοι για αριστερίζουσα συνείδηση και δράση (πάνω από 450.000 ονόματα) μαζί με το πλήρες βιογραφικό τους (παιδιά, σκυλιά, χόμπι, φαντασιώσεις, αριθμός ημερησίων στροφών της κεφαλής προς τα αριστερά κτλ., κτλ.) καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στα αρχεία του FBI. Ο Ερνεστ Χεμινγκγουέι (από τους αγαπημένους «στόχους» του Χούβερ) δεν διστάζει να κάνει λόγο για μια «αμερικανική Γκεστάπο», τα πλοκάμια της οποίας εφορμούν με εξαιρετική ταχύτητα και ευελιξία παντού. Η λίστα του Χούβερ (σαφώς πολύ πιο μακροσκελής από αυτήν του Σίντλερ) δεν παραλείπει κανέναν: από τον Αλβέρτο Αϊνστάιν και τη Μέριλιν Μονρόε ως τον Τζορτζ Οργουελ, τον Ντιν Μάρτιν και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Στον τελευταίο μάλιστα (όπως και σε αρκετούς άλλους) είχε μια ιδιαίτερη εμμονή. Φτάνει στο σημείο να στείλει στη γυναίκα του κασέτες με τις απιστίες του και στον ίδιο τον Κινγκ κάμποσες επιστολές που ούτε λίγο ούτε πολύ τον ενθαρρύνουν να αυτοκτονήσει. Την ίδια στιγμή το αφεντικό του FBI επωφελείται από τις πλείστες επιτυχίες των πρακτόρων του στην καταδίωξη και σύλληψή διαβόητων αμερικανών γκάνγκστερ για να πάρει με το μέρος του μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.
Υπό την ηγεσία του το FBI γίνεται διάσημο για την αδιάβλητη λειτουργία του και για την ανεξαρτησία του από κάθε πολιτικό έλεγχο. Αλλως ειπείν δεν υπήρξε αμερικανός πρόεδρος, από τον Ρούζβελτ ως τον Κένεντι, που να τολμούσε να κουνήσει τον Χούβερ από τη θέση του. Παρά την έντονη κριτική που δέχθηκε κατά καιρούς για τις αυταρχικές και πολλές φορές απάνθρωπες πρακτικές του, ο ευτραφής πρόγονος του Big Brother διατήρησε τον ζοφερό θώκο του ως τον θάνατό του, σε ηλικία 77 ετών.

ΑΠΟ ΤΟ http://www.tovima.gr/

''ΚΕΡΑΙΕΣ'': ΤΗΛΕΤΑΙΝΙΑ

Κεραίες
Τηλεταινία διάρκειας 60 λεπτών
Πρεμιέρα στην ΕΤ-2 την Τρίτη 18 Ιουνίου 1996
Σενάριο και σκηνοθεσία του Στράτου Τζίτζη
Ηθοποιοί Γρηγόρης Βαφιάς, Μέλπω Ζαρόκωστα, Μαρία Ζορμπά, Δήμος Μυλωνάς, Γρηγόρης Πατρικαρέας, Αθηνά Παππά
….Η αναστάτωση που φέρνει σε μια πολυκατοικία η εγκατάσταση κεντρικής κεραίας τηλεόρασης….
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

ROBERT II OF SCOTLAND - ΡΟΒΕΡΤΟΣ Β΄ ΤΗΣ ΣΚΩΤΙΑΣ

Ροβέρτος Β' της Σκωτίας
Ο Ροβέρτος Β' (2 Μαΐου 1316 – 19 Απριλίου 1390) ήταν βασιλιάς της Σκωτίας (1371 - 1390), αποκαλούμενος Στιούαρτ, λόγω της οικογένειας στην οποία ανήκε. Ήταν μοναδικός γιος του Γουόλτερ Στιούαρτ (πέθανε το 1326) και της Μάρτζορι Μπρους, κόρης του βασιλιά της Σκωτίας Ροβέρτου Μπρους από την πρώτη σύζυγό του, Ισαβέλλα του Μαρ. Η μητέρα του που έπεσε από άλογο, κατάφερε να επιζήσει λίγες ώρες μετά την γέννηση του.
Το 1318 το Σκωτσέζικο κοινοβούλιο αποφάσισε ότι, εάν ο Ροβέρτος Μπρους πέθαινε χωρίς να αποκτήσει γιο, το Σκωτσέζικο στέμμα θα περνούσε στον γιο της Μάρτζορι. Αλλά η γέννηση του Δαυίδ, μελλοντικού βασιλιά της Σκωτίας Δαυίδ Β', καθυστέρησε την άνοδο του Ροβέρτου στον θρόνο για 42 χρόνια ακόμα. Όταν ο διάδοχος Δαυίδ έγινε βασιλιάς (1329), ο Στιούαρτ έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις της χώρας. Την εποχή που ο βασιλιάς της Σκωτίας και θείος του Δαυίδ Β' κατέφυγε στη Γαλλία λόγω της επίθεσης του Άγγλου βασιλιά Εδουάρδου Γ', επελέγη ως αντιβασιλιάς με τον Ιωάννη Ράντολφ, 3ο κόμη του Μάρεϊ.
Αλλά ο Ράντολφ έπεσε σύντομα αιχμάλωτος των Άγγλων, και ο Ροβέρτος έμεινε μόνος αντιβασιλιάς, προσπαθώντας να περιορίσει την επιρροή των Άγγλων στην χώρα, και καταφέρνοντας να επιστρέψει ο βασιλιάς Δαυίδ Β' (1341). Ο Στιούαρτ μετά την μάχη του Νέβιλ (1346), όπου αιχμαλωτίστηκε ο βασιλιάς Δαυίδ, κατάφερε να δραπετεύσει στη Σκωτία. Δυσανασχέτησαν έντονα όταν αργότερα ο βασιλιάς Δαυίδ κήρυξε τον βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδο Γ' ή έναν από τους γιους του ως διάδοχό του στο θρόνο της Σκωτίας.
To 1363 πραγματοποίησε επανάσταση, αλλά σε λίγο συνελήφθη και αιχμαλωτίστηκε μαζί με 4 από τους γιους του. Απελευθερώθηκε λίγο μετά τον θάνατο του βασιλιά Δαυίδ τον Φεβρουάριο του (1371), και σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης του 1318 έγινε διάδοχος του στον θρόνο. Δεν ήταν ενεργός βασιλιάς και πολλές προσπάθειες έγιναν από τους ευγενείς να ελέγξουν την εξουσία του. Το 1378 ξέσπασε πόλεμος με την Αγγλία, ακολούθησε το κάψιμο του Εδιμβούργου και η Σκωτσέζικη νίκη στη μάχη του Ότερμπερν (1388), αλλά ο βασιλιάς δεν συμμετείχε στον πόλεμο.
Κληρονόμοι
Με την πρώτη σύζυγό του Ελισάβετ Μουρ, παιδιά του ήταν :
Ροβέρτος Γ' της Σκωτίας
Ροβέρτος Στιούαρτ, δούκας του Άλμπανι
Αλέξανδρος Στιούαρτ, κόμης του Μπάκαν (1343 - 1405)
Μαργαρίτα Στιούαρτ
Γουόλτερ Στιούαρτ (πέθανε 1362) παντρεύτηκε την Ισαβέλλα, κόμισσα του Φάιφ.
Μάρτζορι Στιούαρτ
Ισαβέλλα Στιούαρτ, παντρεύτηκε τον Τζέιμς Ντάγκλας.
Με τη δεύτερη σύζυγό του, Ευφημία του Ρος, παιδιά του ήταν :
Δαυίδ Στιούαρτ, 1ος κόμης του Κέιθνες (πέθανε πριν το 1389)
Γουόλτερ Στιούαρτ, 1ος κόμης του Άθολ (πέθανε το 1437)
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ