Palace of Westminster, Westminster Abbey and Saint Margaret's Church (Great britain) Ανάκτορο Γουεστμίνστερ, Αβαείο Γουεστμίνστερ και ναός Αγίας Μαργαρίτας (Μεγάλη Βρετανία) Κάθε χρόνο στην επίσημη έναρξη των εργασιών του βρετανικού κοινοβουλίου μια επιτροπή από στρατιώτες με ενδυμασίες του 17ου αιώνα κάνει μια σχολαστική έρευνα στα υπόγεια του Ανακτόρου του Γουεστμίνστερ. Η τελετή αυτή γίνεται εις ανάμνηση του κινδύνου που δημιουργήθηκε από τη Συνομωσία της Δυναμίτιδας το 1605 όταν ο καθολικός Γκι Φοξ με μια συμμορία οπαδών του επιχείρησε να ανατινάξει την έδρα του προτεσταντικού βρετανικού κατεστημένου. Για τους Βρετανούς υπηκόους η θρησκευτική πλευρά της ιστορίας είναι ατελείωτη. Η ιστορία του Ανακτόρου του Γουεστμίνστερ είναι 900 ετών. Σήμερα το κτίριο είναι τεράστιο, με 1.200 αίθουσες, 100 σκάλες και περίπου 3.000 μέτρα διαδρόμους, λίγα όμως έχουν απομείνει από το πρωτότυπο κτίριο που ήταν η επίσημη κατοικία της αγγλικής βασιλικής οικογένειας από τα μέσα του 11ου αιώνα, υπό τον Γουίλιαμ Α΄, μέχρι το 1512, υπό τον Ερρίκο Η΄. Το 1512 μια πυρκαγιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού ανακτόρου, με εξαίρεση τη μεσαιωνική αίθουσα Γουεστμίνστερ, το παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου και τον Πύργο των Κοσμημάτων, που είχε κατασκευαστεί το 1366 για τη φύλαξη των προσωπικών αντικειμένων του μονάρχη. Όταν ανακατασκευάστηκαν, τα κτίρια απετέλεσαν τη Βουλή των Λόρδων, ενώ το παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου μετατράπηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων. Το ανάκτορο έγινε στάχτες άλλη μια φορά το 1834, αλλά και σε αυτή την περίπτωση επίσης, η αίθουσα του Γουεστμίνστερ γλίτωσε από τη φωτιά. Ο σχεδιασμός για τη νέα στέγαση του Κοινοβουλίου ήταν έργο του σερ Τσαρλς Μπάρι, ο οποίος σε απότιση φόρου τιμής στο παρακείμενο Αβάειο Γουεστμίνστερ προχώρησε σε μια νεογοτθική κατασκευή. Έχοντας υποστεί μεγάλες καταστροφές από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ανάκτορο ανακαινίστηκε το 1948-50 αφού ακολουθήθηκαν κατά γράμμα τα σχέδια του σερ Τσαρλς. Το κεντρικό σημείο του συγκροτήματος είναι η τεράστια οκταγωνική αίθουσα στην οποία εισέρχεται κανείς από την κύρια είσοδο του Αγίου Στεφάνου, ένα αριστούργημα βικτοριανής αρχιτεκτονικής. Από εδώ ξεκινούν δύο διάδρομοι: ο βόρειος οδηγεί στη Βουλή των Λόρδων και ο νότιος στη Βουλή των Κοινοτήτων. Η Βουλή των Λόρδων κατασκευάστηκε το 1847. Είναι ένας περίτεχνος θάλαμος διαστάσεων 24Χ14 μέτρων με έναν εντυπωσιακό νεογοτθικό θρόνο στον οποίο κάθεται η βασίλισσα όταν εκφωνεί τον λόγο κατά την έναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου κάθε Νοέμβριο. Η Βουλή των Κοινοτήτων, από την μια πλευρά, έχει διαστάσεις 21Χ14 και αντανακλά τον ρυθμό του παρεκκλησίου του Αγίου Στεφάνου. Τα μέλη κάθονται σε σειρές, με το κόμμα της πλειοψηφίας στη μια πλευρά της αίθουσας και το κόμμα της αντιπολίτευσης στην άλλη. Το κέντρο της αίθουσας καταλαμβάνει το τραπέζι στο οποίο είναι τοποθετημένο σε όλη τη διάρκεια των βουλευτικών συνεδριάσεων το σύμβολο της βασιλικής εξουσίας, το σκήπτρο. Κάτω από το τραπέζι υπάρχει ένα χαλί στο οποίο είναι χαραγμένες δύο κόκκινες γραμμές σε απόσταση 3 περίπου μέτρων. Τα μέλη της Βουλής δεν επιτρέπεται να διασχίσουν αυτές τις γραμμές ώστε οι αντιπαραθέσεις να μην καταλήγουν σε συρράξεις. Η αίθουσα του Γουεστμίνστερ κατασκευάστηκε το 1709, αλλά η υπέροχη οροφή με τις δοκούς είναι από τον 14ο αιώνα. Η αίθουσα καλύπτει περίπου 1.490 τετραγωνικά μέτρα και αρχικώς την χρησιμοποιούσαν για τελετές στέψης. Με την πάροδο των αιώνων χρησιμοποιήθηκε για δημόσιες δίκες – για παράδειγμα του σερ Τόμας Μουρ και των μελών της Συνομωσίας της Δυναμίτιδας – και στις περιπτώσεις αυτές γέμιζε με μικροπωλητές και έτσι γινόταν το κέντρο της κοινωνικής ζωής του Λονδίνου. Σήμερα χρησιμοποιείται για πιο σημαντικές δημόσιες τελετές, όπως το αργυρό ιωβηλαίο της Βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ το 1977, ακολούθως για την 50η επέτειο των Ηνωμένων Εθνών το 1995 και έναν χρόνο αργότερα για τη συνάντηση του Νοτιοαφρικανού προέδρου, Νέλσον Μαντέλα, με τα μέλη της Βουλής των Λόρδων και της Βουλής των Κοινοτήτων. Στο βόρειο άκρο βρίσκεται το Μπιγκ Μπεν, ονομασία που δόθηκε στο ρολόι του πύργου το οποίο έγινε σύμβολο του Λονδίνου. Κατασκευάστηκε με νεογοτθικό ρυθμό και εγκαινιάστηκε το 1859, ενώ έλαβε την ονομασία του από την καμπάνα των 14 τόνων που χτυπάει την ώρα. Τα τέσσερα ρολόγια, ένα σε κάθε πλευρά, έχουν διάμετρο 8 μέτρων. Για να φτάσει κανείς στην κορυφή 98 μέτρα ψηλά υπάρχει ένα κλιμακοστάσιο με 334 σκαλοπάτια. Από τον πύργο η θέα περιλαμβάνει ένα τεράστιο Αβαείο του Γουεστμίνστερ, ένα αρχιτεκτονικό αριστούργημα με γοτθικές σπείρες, η κατασκευή του οποίου εκτείνεται από τον 13ο μέχρι τον 16ο αιώνα. Αρχικώς μοναστήρι των Βενεδικτίνων, το αβαείο ενσωματώθηκε στο συγκρότημα του ανακτόρου Γουεστμίνστερ από τον βασιλιά Εδουάρδο τον Εξομολογητή το 1065. έναν χρόνο αργότερα, ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής στέφθηκε εκεί μόλις έφτασε στο Λονδίνο μετά τη νίκη του στη μάχη του Χέιστινγκς, όμως το κτίριο αυτό κάηκε ολοσχερώς το 1298. Αμέσως μετά, ο Ερρίκος Γ΄ έδωσε εντολή και σχεδιάστηκε ένα νέο κτίριο από τον Χένρι ντε Ρεν. Ήταν η χρυσή περίοδος των γαλλικών γοτθικών οικοδομημάτων και ο αρχιτέκτων εστάλη στη Γαλλία για να μάθει τα μυστικά των καλλιτεχνών που είχαν κατασκευάσει τους καθεδρικούς της Σαρτρ και της Αμιένης. Με την επάνοδό του ο Ρεν κατασκεύασε ένα εξαιρετικό κτίριο με μεγάλα παράθυρα, τα οποία όμως καταστράφηκαν. Ο κυρίως ναός, με μήκος 154 και πλάτος και ύψος 34 μέτρα, είναι ο μεγαλύτερος στη Μεγάλη Βρετανία. Οδηγεί στο μεγάλο ιερό κάτω από το οποίο έχει ενταφιαστεί ο Εδουάρδος ο Εξομολογητής. Ο νότιος διάδρομος οδηγεί στο μεγάλο μοναστήρι μπροστά από το οίκημα των θρησκευτικών συνεδρίων, την οκταγωνική αίθουσα με θόλο που στηρίζεται σε έναν μοναδικό κίονα την οποία είχε αρχικώς έδρα το αγγλικό κοινοβούλιο. Από τον 13ο αιώνα το κτίριο υπέστη πολλές ανακαινίσεις και πρόσθετες κτιριακές εργασίες. Οι πιο σημαντικές παρεμβάσεις ήταν η προσθήκη θολωτής οροφής το 1506 και η νεογοτθική πρόσοψη τον 18ο αιώνα με δύο λεπτά κωδωνοστάσια ύψους 68 μέτρων. Οι εργασίες αποκατάστασης στο εξωτερικό (που διήρκεσαν 25 χρόνια και ολοκληρώθηκαν το 1998) περιέλαβαν την προσθήκη αγαλμάτων στις κόγχες πάνω από την κύρια είσοδο που αναπαριστούν τους σύγχρονους μάρτυρες της χριστιανοσύνης, θύματα της καταπίεσης και των διώξεων του 20ου αιώνα. Τα πιο σημαντικά γεγονότα της αγγλικής της βρετανικής ιστορίας εορτάζονται μέσα από τα τείχη του Αβαείου του Γουεστμίνστερ. Από την εποχή του Γουλιέλμου του Κατακτητή – με εξαίρεση μόνο τον Εδουάρδο Ε΄ και τον Εδουάρδο Ζ΄, που δεν στέφθηκαν εκεί – οι Βρετανοί μονάρχες στέφονταν πάντοτε στο αβαείο. Στη διάρκεια της τελευταίας στέψης, της Ελισάβετ Β΄ την 2α Ιουνίου 1953, στο αβαείο παραβρέθηκαν 8.200 άτομα. Ο θρόνος της στέψης κατασκευάστηκε από βελανιδιά το 1307 στη διάρκεια της βασιλείας του Εδουάρδου Α΄. Αναπαραστάσεις του βασιλιά περιλαμβάνονται στις διακοσμήσεις του, απεικονίζοντάς τον να κάθεται πάνω σε ένα λιοντάρι και να περιβάλλεται από θέματα με φυτά και πουλιά. Ο θρόνος κατασκευάστηκε για να ταιριάζει στην πέτρα που είναι συνδεδεμένη με τη στέψη των Σκοτών μοναρχών από το 1296, ενώ παρέμεινε στο Γουεστμίνστερ επί 700 έτη πριν αποδοθεί με λιτή τελετή στους νόμιμους κατόχους της από τον πρωθυπουργό Τζον Μέιτζορ την 13η Νοεμβρίου 1996. Η πολιτική και θρησκευτική σημασία του αβαείου σηματοδότησε την πρωτοβουλία της Ελισάβετ Α΄, κόρη του Ερρίκου Η΄ - του βασιλιά που ήταν υπεύθυνος για τη ρήξη με την Καθολική Εκκλησία – να μεταβάλλει τη νομική κατάσταση του, παρέχοντάς του την ιδιότητα της «βασιλικής ιδιαιτερότητας». Το ίδιο καθεστώς ίσχυσε και για τον παρακείμενο ναό της Αγίας Μαργαρίτας που κατασκευάστηκε τον 11ο αιώνα και ανακατασκευάστηκε σε κάθετο γοτθικό ρυθμό 300 χρόνια αργότερα. Ακόμη και σήμερα ο ναός της Αγίας Μαργαρίτας είναι ο «ενοριακός ναός της Βουλής των Κοινοτήτων» και ο ρόλος του είναι να εκφράζει την ενότητα της Εκκλησίας και του Κοινοβουλίου. Το Αβαείο του Γουιστμίνστερ ήταν επίσης μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα τοποθεσία που ενταφιάζονταν οι βασιλείς. Στο μέσο του Λέιντι Τσάπελ, ενός αριστουργήματος σε ρυθμό Τυδόρ που χρονολογείται από τις αρχές του 16ου αιώνα και κατασκευάστηκε για την ταφή του Ερρίκου Ζ΄, υπάρχει ο υπέροχος μαρμάρινος τάφος της Ελισάβετ Α΄ που σκάλισε το 1605 ο γλύπτης Μαξιμίλιαν Κολτ. Δίπλα στην Ελισάβετ βρίσκεται η ετεροθαλής αδελφή της Μαρία Α΄ που φυλακίστηκε στον Πύργο του Λονδίνου και αποκεφαλίστηκε από την Ελισάβετ το 1558, καθώς και η Μπλάντι Μαίρη, γνωστή επίσης ως Μαρία της Σκοτίας. Εκτός από τους μονάρχες το Αβαείο αποτελεί τόπο ανάπαυσης πολλών από τους πιο διάσημους ανθρώπους της βρετανικής ιστορίας, συνολικά 3.300. Στη γωνία των ποιητών βρίσκονται τα μνημεία των Τζέφρι Τσόσερ, Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Τσαρλς Ντίκενς, Ράντγιαρντ Κίπλινγκ και του Τζορτζ Μπάιρον, για να αναφέρουμε μόνο τους πιο γνωστούς. Σε άλλα σημεία βρίσκονται οι πολιτικοί και επιστήμονες, όπως ο Κάρολος Δαρβίνος και ο Ισαάκ Νεύτων, ηθοποιοί όπως ο Λόρενς Ολιβιέ και εθνικοί ήρωες. Το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου είναι αφιερωμένο στους πιλότους της ΡΑΦ που πέθαναν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο μόνος «κοινός θνητός» που τιμήθηκε με τάφο στον πιο σπουδαίο ναό της Μεγάλης Βρετανίας είναι Τόμας Παρ. Το 1653, ο βασιλιάς Κάρολος Α΄ θέλησε να τιμήσει τη μνήμη ενός υπηκόου του, ο οποίος λέγεται ότι έζησε 153 έτη και 9 μήνες, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ανήλθαν στον θρόνο 10 διαφορετικοί βασιλείς. ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»
Δανεικός πατέρας Κοινωνική σειρά 26 επεισοδίων των 30 λεπτών Πρεμιέρα στον ΑΝΤ1 την Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 1997 Παραγωγή του Νίκου Βεργέτη Σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Κωνσταντίνου Ηθοποιοί Κατιάνα Μπαλανίκα (Σάρα), Ζαχαρίας Ρόχας (Σέρτζιο/Φίλιππος), Μέλπω Ζαρόχωστα (μητέρα), Γιολάντα Μπαλαούρα (Λυδία), Νίκος Χύτας, Έλενα Στάμου, Ασημάκης Κοντογιάννης, Μάνος Βακούσης, Αλέξης Βεργέτης ….Η Σάρα, μια ευκατάστατη γυναίκα με τρία παιδιά, που νομίζει πως ο σύζυγός της, Φίλιππος έχει πεθάνει, ανακαλύπτει κάποτε τυχαία σ΄ ένα νοσοκομείο έναν τραυματισμένο ο οποίος μοιάζει καταπληκτικά με τον άντρα της. Καθώς ο μυστηριώδης άγνωστος πάσχει από αμνησία και η ομοιότητα είναι καταπληκτική, η Σάρα συλλαμβάνει την ιδέα να τον παρουσιάσει στα παιδιά της ως τον πατέρα τους, ώστε να μεγαλώσουν φυσιολογικά και να ξεπεράσουν το σοκ του θανάτου του γονιού της…. ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998
Το ιστορικό κέντρο της Ρίγας Το 1970 ο Λεονίντ Μπρέζνιεφ απένειμε το μετάλλιο Λένιν, που αποτελούσε την ύψιστη τιμητική διάκριση της Σοβιετικής Ένωσης, στη Ρίγα για την οικονομική συνεισφορά της πόλης στην οικονομική ανάπτυξη. Αφήνοντας τις ρητορείες κατά μέρος, η άρχουσα τάξη του κομουνιστικού κόμματος είχε καταστήσει την πρωτεύουσα της Λετονίας πρότυπο προόδου και τη θεωρούσε τιμή για τη χώρα. Από την ίδρυσή τους τα γειτονικά κράτη είχαν πολεμήσει για το σπουδαίο λιμάνι στον ποταμό Νταουγκάβα. Επισήμως, η Ρίγα ιδρύθηκε το 1201 από τον επίσκοπο Αλβέρτο της Βρέμης. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια τα Τάγματα των Αδελφών του Χριστού κατέκτησαν ολόκληρη τη Λιβονία (η περιοχή αυτή κάλυπτε τη σύγχρονη Λετονία και τη νότια Εσθονία) και τη μετέτρεψαν σε γερμανικό φέουδο. Στη διάρκεια του 13ου αιώνα η πόλη άκμασε χάρη στο εμπόριο των δερμάτων, του σίτου, των ψαριών, της ξυλείας και του υψηλής αξίας κεχριμπαριού. Το 1282 εισήλθε στη Χανσεατική Ένωση, την ισχυρή συνομοσπονδία των εμπορικών πόλεων που δέσποζαν στη Βαλτική και στη Βόρεια Θάλασσα. Ο καθεδρικός ναός κατασκευάστηκε μεταξύ 1211 και 1271 στη διάρκεια της περιόδου ευημερίας. Ο αρχικός ρωμανικός ρυθμός είναι ακόμη εμφανής στο εξωτερικό, αλλά το εσωτερικό έχει υποστεί επεξεργασίες με την πάροδο αιώνων σύμφωνα με τον γοτθικό, τον αναγεννησιακό, τον μπαρόκ και τον νεοκλασικό ρυθμό. Το 1884 εμπλουτίστηκε με το μεγαλύτερο όργανο στον κόσμο για την εποχή, με 6.718 αυλούς κατασκευασμένους από ξύλο και μέταλλο. Τρεις άλλοι ναοί που κατασκευάστηκαν από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εξακολουθούν να υπάρχουν στη Ρίγα: Ο Άγιος Πέτρος (1209), ο Άγιος Ιάκωβος (1226) και ο Άγιος Ιωάννης (1234). Η εποχή της Μεταρρύθμισης σηματοδότησε το τέλος της γερμανικής κυριαρχίας στην πόλη η οποία το 1582 κατακτήθηκε από τον βασιλιά της Πολωνίας, Στέφανο Μπάτορι. Σαράντα χρόνια αργότερα πέρασε σε σουηδικά χέρια. Η φωτισμένη σκανδιναβική μοναρχία υποβοήθησε την ουσιαστική ανάπτυξη, όμως όλα αυτά κράτησαν πολύ λίγο. Το 1710 εισέβαλαν στη Ρίγα οι στρατιώτες του Μεγάλου Πέτρου της Ρωσίας για να εγκαθιδρύσουν μια κυριαρχία που επρόκειτο να διαρκέσει μέχρι το 1918, οπότε η πόλη επανέκτησε την ανεξαρτησία της. Αυτή η σύντομη ανάπαυλα χάθηκε μα την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου όταν η χώρα κατελήφθη εκ νέου από τους Γερμανούς. Η Ρίγα εξακολουθούσε να διατηρεί τον χαρακτήρα της πόλεως με διεθνή απήχηση. Έχοντας πληθυσμό 500.000 θεωρούσε καύχημα την ύπαρξη μιας τάξης διανοούμενων που συνδεόταν κατά γενική ομολογία με τον κόσμο της μουσικής και μεταξύ 1837 και 1839 επελέγη από τον Ρίτσαρντ Βάγκνερ σαν καταφύγιο όταν εγκατέλειψε τη χώρα του για να αποφύγει χρέη τα οποία είχε δημιουργήσει. Στα μέσα του 19ου αιώνα ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ αποφάσισε να αλλάξει το πρόσωπο της πόλης. Κατεδάφισε τα τείχη και άρχισε την αρχιτεκτονική επανάσταση που επρόκειτο να δώσει στη Ρίγα τη μοναδικότητά της και να μεσουρανήσει λίγες δεκαετίες αργότερα στον θρίαμβο της Γιουγκεντστίλ ή Αρτ Νουβό. Ο ρυθμός αυτός συνδύαζε την αρχιτεκτονική, τη ζωγραφική και τη γλυπτική για να σχηματιστεί ένας συνδυασμός διακόσμησης και λειτουργικότητας. Τα κτίρια στο ιστορικό κέντρο της Ρίγας έχουν γεωμετρικές και καμπυλωτές προσόψεις, κεντρικά θέματα από άνθη ή ζώα και προσωπίδες και μορφές σκαλισμένες στις γωνίες των δρόμων. Όλα αυτά συμβόλιζαν το πνεύμα της εποχής με τη συναισθηματική ένταση να διαποτίζεται από τον εκσυγχρονισμό. Η Ρίγα έχει χίλια ή τόσα περίπου κτίρια Γιουγκεντστίλ που σχεδιάστηκαν από διαφορετικούς αρχιτέκτονες. Τα πιο αντιπροσωπευτικά βρίσκονται στους δρόμους της Αλμπέρτα, της Ελιζαμπέτας, της Αντονίγια και της Ταλίν. Σε αυτά περιλαμβάνεται το αριστούργημα του Μιχαήλ Αϊζενστάιν, πατέρα του Σεργκέι και σκηνοθέτη του έργου «Θωρηκτό Ποτέμκιν», το οποίο είναι μια κατοικία στον αριθμό 13 της Αλμπέρτα Γέλα. Κατασκευάστηκε το 1904 για έναν καγκελάριο του κράτους ονόματι Λεμπεντίνσκι. Όπως και οι άλλες προσόψεις που σχεδιάστηκαν από τον Αϊζενστάιν, εναλλάσσει τις σιδερένιες με τις ξύλινες σπείρες στα τόξα των παραθύρων με αγάλματα και σμαλτωμένα πήλινα ιταλικά ανάγλυφα σε αρκετά πατώματα για τη δημιουργία θεατρικών και δραματικών αποτελεσμάτων. Η Ρίγα, που παραχωρήθηκε στη Σοβιετική Ένωση μετά το τέλος του πολέμου, έγινε αντικείμενο διαδικασίας έντονης ρωσοποίησης. Άνθρωποι από άλλες δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης μετανάστευσαν εκεί και κατασκευάστηκαν μεγαλοπρεπή κτίρια σε σταλινικό ρυθμό, αν και δεν κατέστρεψαν την αρχιτεκτονική κληρονομιά του ιστορικού κέντρου. Με την ανεξαρτησία το 1990 και την εισαγωγή της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, τουλάχιστον το ένα τρίτο από τα κτίρια της Αρτ Νούβο πουλήθηκαν σε δυτικές εταιρίες που προχώρησαν σε έργα αναστήλωσης, αν και δεν ήταν πάντοτε συντηρητικά. ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»
Βανίλια σοκολάτα Κωμική σειρά 17 επεισοδίων των 30 λεπτών Πρεμιέρα στο MEGA την Παρασκευή 4 Μαρτίου 1994 Παραγωγή ΕΨΙΛΟΝ-Νίκος Πιλάβιος Σενάριο και σκηνοθεσία του Μάξιμου Καρρά Ηθοποιοί ίνα Λαζοπούλου, Βάσω Γουλιελμάκη, Θάλεια Αργυρίου, Σταύρος Αραγιάννης, Φαίδρα Δρούκα, Ανδρέας Κούσκουλας, Κώστας Πιλάβιος, Χριστίνα Συμεωνίδου, Ελένη Χριστοδουλίδου, Τζόλυ Γαρμπή, Γιώργος Χριστοδούλου, Γιώργος Μόσχος ….Οι ελπίδες, τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και η καθημερινή σκληρή δουλειά είκοσι σπουδαστών μιας σχολής κινηματογράφου και τηλεόρασης που προσπαθώντας να χτίσουν την καριέρα τους, προετοιμάζουν μια θεατρική παράσταση σε συνεργασία με τους καθηγητές τους…. ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998
Άιρονμπριτζ Γκορτζ (Μεγάλη Βρετανία) «Η άφιξη στο Κολμπρουκντέιλ μοιάζει με την είσοδο στον κύκλο της κολάσεως. Μια πυκνή στήλη καπνού υψώνεται από τα έγκατα της γης. Οι μηχανές φτύνουν σύννεφα ατμού. Ένα μαύρο νέφος υψώνεται από την καπνοδόχο των χυτηρίων. Στο μέσο αυτής της σκοτεινιάς κατέβηκα στις όχθες του Σέβερν που ρέει ήρεμα ανάμεσα σε δύο λόφους και βρέθηκα μπροστά σε μια γέφυρα κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από σίδερο. Η νύχτα έπεφτε γοργά και η θέα έμοιαζε με πόρτα που ανοίγει στο μυστήριο»… Αυτή ήταν η περιγραφή του Άιρονμπριτζ Γκορτζ από κάποιον άγνωστο Ιταλό ταξιδιώτη το 1787. Τα φαράγγια του Σέβερν, του μεγαλύτερου ποταμού της Μεγάλης Βρετανίας που εκτείνεται σχεδόν 340 χιλιόμετρα μέσα στην καρδιά της Αγγλίας, είναι πλούσια σε άνθρακα και σίδηρο. Στις αρχές του 18ου αιώνα αποτέλεσαν την κοιτίδα για την αυγή της Βιομηχανικής Επανάστασης. Εδώ, ο Αβραάμ Ντάρμπι Α΄, ένας κουακέρος ιδιοκτήτης εργοστασίου σιδήρου ανακάλυψε μια μέθοδο για να μειώσει τα έξοδα της παραγωγής βελτιώνοντας εκ παραλλήλου την ποιότητα του σιδήρου με την ανάμιξή του με άνθρακα και δημιουργώντας ένα μίγμα – τον χυτοσίδηρο – του οποίου κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία το 1707. Αποτέλεσμα αυτής της εφεύρεσης ήταν η περιοχή Κολμπρουκντέιλ να λάβει την ονομασία της από την εταιρία του Ντάρμπι και να μετασχηματιστεί σε μια από πιο βαριές βιομηχανικές περιοχές σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα σε διάστημα λίγων ετών το Σέβερν έγινε το δεύτερο πιο πυκνοκατοικημένο ποτάμι στην Ευρώπη από πλευράς κυκλοφορίας και τα εργοστάσια που είχαν κατασκευαστεί εκεί άρχισαν να παράγουν μηχανήματα κάθε είδους. Ο Τζον Γουίλκινσον κατασκεύασε το πρώτο πλοίο με μεταλλικό σκαρί και ο Τζέιμς Βατ καλούπωσε τους κυλίνδρους για τις ατμοκίνητες μηχανές του. Η επιτυχία της σιδηροβιομηχανίας εξασφάλιζε την προσέλκυση μηχανικών και εργατών στην περιοχή. Σπίτια, σχολεία, εκκλησίες και τράπεζες κατασκευάζονταν για τους νέους κατοίκους και έτσι δημιουργήθηκε ένα καινούργιο χωριό, το Κόλπορτ. Στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα πάντως, οι όχθες του Σέβερν έγιναν εμπόδιο στην εξέλιξη και ο αρχιτέκτων Τόμας Πρίτσαρντ πρότεινε την κατασκευή μιας γέφυρας για τη διευκόλυνση πρόσβασης στα εργοστάσια και για την αποφυγή των ιδιοτροπιών του καιρού που συχνά εμπόδιζε τη διάβαση του ποταμού. Το 1773 ο Αβραάμ Ντάρμοι Γ΄, εγγονός του εφευρέτη του χυτοσιδήρου, παρουσίασε ένα σχέδιο για το οποίο χρειάστηκε δύο έτη μελετών και το οποίο απαίτησε άλλα δύο χρόνια πριν αναληφθεί η κατασκευή του έργου. Το 1779 ολοκληρώθηκε τελικώς το Άιρονμπριτζ, η πρώτη γέφυρα από χυτοσίδηρο στον κόσμο. Είχε μόνο μια καμάρα με μήκος περίπου 30 μέτρα και ζύγιζε συνολικά 432 τόνους. Η παραγωγή και κατασκευή κόστισε 6.000 λίρες εκείνης της εποχής και περιλάμβανε 15 ίρες για να καλυφθούν τα έξοδα της μπίρας που προσφέρθηκε δωρεάν την ημέρα των εγκαινίων. Δεν υπάρχουν ίχνη από τα σχέδια για την κατασκευή της γέφυρας στα αρχεία του Κολμπρουκντέιλ, αν και κατά παράξενο τρόπο ανακαλύφθηκαν κάποια στη Σουηδία, ίσως επειδή η εντυπωσιακή κατασκευή τράβηξε αμέσως το ενδιαφέρον των μηχανικών και των επισκεπτών από ολόκληρο τον κόσμο και η περιοχή είχε γίνει τόπος «προσκυνήματος» για τους άνδρες της εποχής. Ο Αβραάμ Ντάρμπι Γ΄ έλαβε σωρηδόν παραγγελίες για γέφυρες σαν αυτή του Άιρονμπριτζ, από την Ουαλία μέχρι τη Τζαμάικα. Πάντως, το θαύμα της προόδου σύντομα φάνηκε να τίθεται σε κίνδυνο. Ήδη από το 1782 η γέφυρα άρχισε να παρουσιάζει κατασκευαστικά προβλήματα, αν και κατά τρόπο εκπληκτικό, ήταν η μόνη που αντιστάθηκε στις πλημμύρες του ποταμού Σέβερν το 1795. Μόλις 7 χρόνια αργότερα ξεκίνησε μια μεγάλη σειρά από έργα ανακατασκευής. Το 1926 προτάθηκε για πρώτη φορά η ιδέα της κατεδάφισης, επειδή εν τω μεταξύ η βιομηχανική παραγωγή είχε εν μέρει σταματήσει. Το 1930 η γέφυρα του Άιρονμπριτζ έκλεισε για την κυκλοφορία. Σαν από θαύμα, η σωτηρία έφτασε το 1967 όταν ιδρύθηκε η εταιρία για την αποκατάσταση του Άιρονμπριτζ, ένα ίδρυμα του οποίου σκοπός ήταν η διάσωση της ιστορικής κληρονομιάς της Βιομηχανικής Επανάστασης. Δύο χρόνια αργότερα εγκαινιάστηκε ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία ανοιχτού χώρου στη Μεγάλη Βρετανία στα γραφεία της εταιρίας Κολμπρουκντέιλ και σε μερικά σπίτια του Κόλπορτ, στα οποία άνθρωποι ντυμένοι με παραδοσιακές στολές ξαναζωντάνευαν τις ημέρες της ευημερίας της περιοχής. ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»
Αχ! Ελένη Κομεντί 32 επεισοδίων των 30 λεπτών Πρεμιέρα στο MEGA την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 1992 Παραγωγή MEGA Σενάριο της Ελένης Ράντου Σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα Ηθοποιοί Ελένη Ράντου (Ελένη), Αλέξανδρος Αντωνόπουλος (Γιώργος), Μαρία Γεωργιάδου (Κλαίρη Καραγκιαούρη), Χρύσα Ρώπα (γιαγιά), Γιώργος Λέφας (Αντώνης) ….Η Ελένη, μια νέα, όμορφη αλλά κοινωνικά δειλή γυναίκα που έχει τύψεις για όλα (ακόμα και για τον αέρα που αναπνέει) εγκαταλείπεται από τον άντρα της στον οποίο ήταν αφοσιωμένη μέχρι βλακείας. Με τη συμπαράσταση της γιαγιάς της και ενός ζευγαριού καλλιτεχνών φίλων της, προσπαθεί να ξεπεράσει το σοκ του χωρισμού και να ξαναφτιάξει τη ζωή της…. Μια ενδιαφέρουσα κωμική σειρά κυρίως ως προς τη σύλληψη του κεντρικού χαρακτήρα της Ελένης, ο οποίος συνδυάζει την τρυφερή και αμέριμνη αφοσίωση της Καμπίρια, με την αγχώδη υπαρξιακή αβεβαιότητα του Γούντι Άλεν. Η Ελένη Ράντου, ταυτόχρονα και σέξι, χτίζει έναν πολύ πρωτότυπο για τα μέτρα της ελληνικής τηλεόρασης τύπο γυναίκας. Οι καινούργιες της γνωριμίες, τα αποτυχημένα φλερτ και τα συναισθηματικά «πισωγυρίσματα», αποτελούν ως επί το πλείστον τη θεματολογία της χαριτωμένης κομεντί, μερικά επεισόδια της οποίας είναι έξοχα, αν και δεν λείπουν κάποιες φαρσικές υπερβολές στις ερμηνείες των δεύτερων ρόλων. ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998 VIDEO ΑΠΟ papadvasil
Το Κρεμλίνο και η Κόκκινη Πλατεία Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο πρόεδρος της ρωσικής ομοσπονδίας Μπόρις Γιέλτσιν καταπιάστηκε με ένα φιλόδοξο σχέδιο για την αναστήλωση του Μεγάλου Ανακτόρου στην αρχική του λαμπρότητα. Κατασκευασμένο μεταξύ 1838 και 1849 μέσα στο Κρεμλίνο (από το κριέμλ, φρούριο) από τον αρχιτέκτονα Κονσταντίν Τον για τον Νικόλαο Α΄, το μεγάλο ανάκτορο – που στοίχισε το τεράστιο ποσό των 12 εκ. ρουβλίων – ήταν το πρώην αυτοκρατορικό ανάκτορο των τσάρων και των Ρώσων πριγκίπων μέχρι τη Ρωσική Επανάσταση τον Οκτώβριο του 1917. Ανίκανος να ανεχθεί τη δόξα της τσαρικής Ρωσίας, ο Στάλιν διέταξε την καταστροφή μερικών από τους πιο αντιπροσωπευτικούς χώρους της περιοχής μεταξύ 1932 και 1934, μεταξύ των οποίων και των χώρων του Αγίου Ανδρέα και του Αγίου Αλεξάνδρου. Στη θέση τους εγκαταστάθηκαν το Ανώτατο Σοβιέτ και οι εκπρόσωποι της ρωσικής ομοσπονδίας σε μια περιοχή που έχει έκταση 80Χ20 μέτρα και χωρητικότητα 3.000 θέσεων. Χάρη σρις φωτογραφίες του αρχικού σχεδίου που βρέθηκαν στα βασιλικά αρχεία του πύργου του Γουίντσορ στη Μεγάλη Βρετανία, με τη χρηματοδότηση 300 εκ. δολαρίων και την εργασία 2.500 ανθρώπων, οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 2000 με περίπλοκες διακοσμήσεις από γυψομάρμαρο και επίχρυσα διαζώματα. Το ανάκτορο εμφάνισε για μια ακόμη φορά τη μεγαλοπρέπεια της δυναστείας των Ρομανόφ. Αφήνοντας κατά μέρος τις ναπολεόντειες φιλοδοξίες των τσάρων, πρέπει να λεχθεί ότι το Κρεμλίνο ήταν επί αιώνες το κέντρο της πολιτικής και θρησκευτικής ζωής της Ρωσίας. Σε αυτό το μέρος κατοικούσαν οι τσάροι, οι πρίγκιπες και οι πατριάρχες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εδώ οι τσάροι συνέχισαν να στρέφονται ακόμη και όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αγία Πετρούπολη από τον Μεγάλο Πέτρο στις αρχές του 18ου αιώνα. Η μεγαλοπρεπής Κόκκινη Πλατεία μπροστά από το Κρεμλίνο ήταν ο τόπος όπου λάμβαναν χώρα οι στρατιωτικές παρελάσεις σε ανάμνηση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Και στο Μεγάλο Ανάκτορο – παρά την αποστροφή του Στάλιν – ο Νικήτα Χρουστσόφ παρασημοφόρησε τον Γιούρι Γκαγκάριν μετά την επιστροφή του από το διάστημα το 1961 και ύστερα από την πρώτη τροχιά που πραγματοποίησε ο άνθρωπος γύρω από τη γη. Τα παλαιότερα αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή της Μόσχας χρονολογούνται από την Εποχή του Χαλκού, όμως τα πρώτα ίχνη από τις σλαβικές αποικίες δεν είναι παλαιότερα από τον 11ο αιώνα. Αυτή την περίοδο άρχισε και η κατασκευή ενός οχυρωμένου χωριού σε μια περιοχή που κάλυπτε λιγότερο από 5 εκτάρια στον λόφο Μποροβίτσκαγια, ένα ακρωτήριο στη συμβολή των ποταμών Νεγκλίναγια και Μόσκβα. Το 1147 υπό την ηγεσία του Γιούρι Ντολγκορούκι, πρίγκιπα του Κιέβου, αυτό το πρώτο χωριό επεκτάθηκε έξω από τον περιορισμό των τειχών και την ίδια περίοδο ιδρύθηκε η πόλη της Μόσχας. Μόλις τον 14ο αιώνα όμως, στη διάρκεια της βασιλείας του Ιβάν Καλίτα, το φρούριο άρχισε να θεωρείται ξεχωριστή ζώνη, διοικητικός πυρήνας της πόλης. Το 1367-1368, ο πρίγκιπας Ντιμίτρι Ντονσκόι κατασκεύασε ένα μεγάλο οχυρό με λευκά τείχη και ψηλούς πύργους με αποτέλεσμα η Μόσχα να γίνει γνωστή σαν «πόλη με τα λευκά τείχη». Μεταξύ 1485 και 1495, όταν ανακατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από τον Ιβάν Γ΄ τον Μεγάλο, τσάρο πάσων των Ρωσιών, το Κρεμλίνο άρχισε να παίρνει τη σημερινή του μορφή. Τα λευκά τείχη αντικαταστάθηκαν από οχυρωματικά έργα με επάλξεις σε μήκος μεγαλύτερο του χιλιομέτρου, όπου υπήρχαν 20 πύργοι στις γωνίες και στις διάφορες εισόδους. Τα δημόσια και τα θρησκευτικά κτίρια μέσα στην περίκλειστη περιοχή (που είχε έκταση 28 εκτάρια) χρονολογούνται από διαφορετικές περιόδους και σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες διαφορετικών εθνικοτήτων. Κατά τον 15ο και 16ο αιώνα μερικά από τα έργα ανατέθηκαν σε Ιταλούς αρχιτέκτονες, όπως ο Μάρκο Φριαζίν, ο Πιέτρο Αντόνιο Σολάρι και ο Αριστοτέλης Φιοραβάντι. Εισερχόμενοι στο Κρεμλίνο από τον πύργο Τρόιτσκαγια, τον δεύτερο σε σπουδαιότητα που αντικρίζει τον κήπο Αλεξαντρόφσκι, βλέπουμε στα αριστερά το Οπλοστάσιο που είναι έδρα της στρατιωτικής φρουράς του Κρεμλίνου. Μπροστά από το κτίριο, που υποτίθεται ότι είχε γίνει μουσείο του πατριωτικού πολέμου του 1812 στη διάρκεια των μέσων του 19ου αιώνα, υπάρχουν περισσότερα από 800 κανόνια που είχαν καταληφθεί από τον στρατό του Ναπολέοντα την ίδια εκείνη χρονιά. Δίπλα βρίσκεται η Σύγκλητος που κατασκευάστηκε μεταξύ 1776 και 1787 και η οποία σήμερα αποτελεί κατοικία του προέδρου της ρωσικής ομοσπονδίας. Το Ανάκτορο των Συνεδρίων βρίσκεται απέναντι από αυτά τα δύο κτίρια. Κατασκευασμένο το 1961 κατά τη διάρκεια της σοβιετικής περιόδου, είναι το μόνο αρχιτεκτονικό συγκρότημα στο Κρεμλίνο που φαίνεται εκτός τόπου, όμως ευτυχώς ο Χρουστσόφ το είχε φτιάξει 15 μέτρα κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, ώστε να μην εμποδίζεται η θέα των άλλων κτιρίων. Ακόμη πιο πέρα στην πλατεία Ιβανόφσκαγια δεσπόζει ένα κωδωνοστάσιο που ολοκληρώθηκε το 1600 με ύψος 81 μέτρα και είναι το ψηλότερο κτίριο στη Ρωσία μέχρι σήμερα. Στη βάση του υπάρχει η «Καμπάνα του Τσάρου», ένα επιβλητικό μπρούτζινο έργο από τους ιδρυτές της Μόσχας, το οποίο με ύψος 6 μέτρα και με βάρος 220 τόνους είναι η μεγαλύτερη καμπάνα στον κόσμο. Μετά από μια πυρκαγιά που ξέσπασε το 1737 έπεσε από τη βάση της και έσπασε στα δύο. Έναν αιώνα αργότερα τοποθετήθηκε σε ένα βάθρο για να θυμίζει το λαμπρό γεγονός. Το παρακείμενο «Κανόνι του Τσάρου» είχε επίσης άτυχη μοίρα: το μεγαλύτερο κανόνι στον κόσμο με εσωτερική διάμετρο κυλίνδρου 900 χιλιοστά και βάρος 44 τόνους αποσύρθηκε από τη λειτουργία χωρίς να έχει ρίξει ούτε μια κανονιά. Στην πλατεία Σαμπόρναγια όπου κάποτε βρισκόταν ο πρώτος ναός της Μόσχας μπορεί κανείς να βρει την πνευματική και αρχιτεκτονική καρδιά του Κρεμλίνου. Κατασκευασμένος από τον Φιοραβάντι μεταξύ 1475 και 1479 για τον Ιβάν τον Μεγάλο, ο καθεδρικός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι το παλαιότερο και πιο εντυπωσιακό ιερό στην πλατεία. Εδώ γινόταν η στέψη των τσάρων, ανακοινώνονταν τα πιο σημαντικά διατάγματα και ενταφιάζονταν οι μητροπολίτες και οι πατριάρχες της Μόσχας. Πίσω από τον καθεδρικό ναό βρίσκεται η μικρή εκκλησία της Αποκαθήλωσης του Χιτώνα και δεξιά του, ο ναός των Δώδεκα Αποστόλων και τα Πατριαρχικά Ανάκτορα. Τις άλλες πλευρές της πλατείας μπορεί κανείς να δει τον καθεδρικό ναό του Ευαγγελισμού και τον καθεδρικό ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ με τρούλους σε σχήμα κρεμμυδιού. Έκαστος περιέχει θησαυρούς της ρωσικής εικονογραφίας και τοιχογραφίες από τεχνίτες όπως ο Αντρέι Ρουμπλιόφ. Πιο πέρα εμφανίζονται και άλλα ανάκτορα, όπως το Πολυεδρικό Ανάκτορο των Μ. Ρούφο και Πιέτρο Αντόνιο Σολάρι. Είναι το παλαιότερο δημόσιο κτίριο στο Κρεμλίνο και έλαβε την ονομασία του από τις ασυνήθεις λευκές πρισματικές πλευρές στην πρόσοψή του. Ακολούθως, υπάρχει το ανάκτορο Τέρεμ, που κατασκευάστηκε εκ νέου τον 17ο αιώνα από τους πρώτους κυβερνήτες της δυναστείας των Ρομανόφ, όπου φυλάσσεται μια συλλογή από τελετουργικούς θρόνους και το μουσείο Άρμορι, όπου διατηρούνται οι θησαυροί των τσάρων και ρωσική συλλογή διαμαντιών. Στο τμήμα του Κρεμλίνου που κυριαρχεί στην Κόκκινη Πλατεία δεσπόζει ο πύργος Σπασκάγια (Πύργος την Σωτήρων) που κατασκευάστηκε το 1491 από τον Πιέτρο Αντόνιο Σολάρι για τον Ιβάν τον Μεγάλο και έλαβε την ονομασία του από μια εικόνα σε ένα από τα τείχη του. Κατά το παρελθόν, όποιος περνούσε την πύλη έπρεπε να βγάζει το καπέλο του σε ένδειξη σεβασμού για τη μεγαλοπρέπεια του τόπου. Ακριβώς μπροστά από τον πύργο βρίσκεται ο ναός της Παρακλήσεως (ή ο καθεδρικός ναός του Αγίου Βασιλείου του Ευλογημένου), ίσως το πιο διάσημο μνημείο στην Κόκκινη Πλατεία. Η πλατεία δεν έχει λάβει την ονομασία της από τη σοβιετική ισχύ αλλά από τον όρο κράσνι, που σημαίνει υπέροχος στα ρωσικά και ο οποίος τώρα χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το «κόκκινο». Ο Ιβάν ο Τρομερός άρχισε την κατασκευή του καθεδρικού ναού σε ανάμνηση της κατάληψης του Καζάν, της πρωτεύουσας του βασιλείου των Τατάρων, οι οποίοι είχαν από μακρού εισβάλει και είχαν λεηλατήσει τη Μόσχα. Η βασιλική σχεδιάστηκε από Ρώσους αρχιτέκτονες, τον Μπάρμα και τον Πόστνικ, που την κατασκεύασαν βάσει 8 κυλινδρικών παρεκκλησίων τα οποία περιβάλλουν το ένατο και μεγαλύτερο που καλύπτεται από κεκλιμένη οροφή. Κάθε παρεκκλήσιο είναι αφιερωμένο σε μια από τις ορθόδοξες εορτές. Συμπληρώνοντας την περίμετρο της πλατείας υπάρχουν νεοκλασικά κτίρια, όπως εκείνο που στέγασε το πρώτο μεγάλο κατάστημα της Μόσχας, το Γκουμ, από το 1893. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, τα ίχνη του σοβιετικού καθεστώτος εξαφανίστηκαν αργά. Αν και ο τάφος του Λένιν εξακολουθεί να βρίσκεται στον Πύργο της Συγκλήτου, προσφάτως η Κόκκινη Πλατεία είδε επίσης να επανεμφανίζονται δύο «παλιές καινοτομίες» που είχαν αποσυρθεί από τη δεκαετία του 1920. Είναι η εκκλησία της Μαντόνας του Καζάν και οι θύρες της Αναστάσεως, οι οποίες είχαν μετακινηθεί μέχρι το 1995 για να επιτρέπουν στα άρματα μάχης να περνάνε κατά τη διάρκεια των μεγάλων στρατιωτικών παρελάσεων που γίνονταν στις 7 Νοεμβρίου κάθε χρόνο. ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»
Γόβα στιλέτο Κοινωνικό σίριαλ 23 επεισοδίων των 60 λεπτών Πρεμιέρα στον ΑΝΤ1 την Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 1993 Παραγωγή ΘΕΑΣΗ Σενάριο της Έλενας Ακρίτα και του Γιώργου Κυρίτση Σκηνοθεσία της Ρέινα Εσκενάζι Ηθοποιοί Έλενα Ακρίτα, Γιώργος Κυρίτσης, Γιώργος Φούντας, Κατερίνα Διδασκάλου, Αντώνης Αλεξίου, Ντίνος Λύρας, Λεωνίδας Κακούρης ….Μια νέα, αισθησιακή, όμορφη και δυναμική κοπέλα αποφασίζει να εκδικηθεί την επαγγελματική καταστροφή του πατέρα της. Πλησιάζει τον κύριο υπεύθυνο, που τυγχάνει να είναι και εργοδότης του αρραβωνιαστικού της, αποφασισμένη να τον κάνει ερωτικά αιχμάλωτό της, αλλά τελικά πέφτει στην παγίδα που έστησε η ίδια, αφού τον ερωτεύεται…. ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998 VIDEO ΑΠΟ fantasy20gr
Το ιστορικό κέντρο του Ταλίν (Εσθονία) Έχοντας ύψος 46 μέτρα, το Κικ ιν ντε Κεκ είναι ο ψηλότερος πύργος στο αμυντικό τείχος του Ταλίν. Η ονομασία του σημαίνει κυριολεκτικά «κορυφή στην κουζίνα» επειδή λέγεται ότι από τις χαραμάδες των τειχών μπορούσε κανείς να διακρίνει τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων. Η βόρεια είσοδος της πόλης προστατεύεται από έναν τετράγωνο πύργο, γνωστό σαν Παξ Μαργκαρέτα ή «χοντρή Μαργαρίτα». Για να ανέβει κανείς στην Τσομέα, την άνω πόλη, μπορεί να ακολουθήσει την Πικ Γιάλγκ (μακριά διαδρομή), έναν δρόμο που ανεβαίνει σταδιακά ακολουθώντας τη γραμμή των τειχών. Υπάρχει και η εναλλακτική λύση να ακολουθήσει κανείς την πιο κουραστική Λουχίκε Γιάλγκ (σύντομη διαδρομή). Οι ονομασίες αυτές αποτελούν παράδειγμα της εσθονικής αίσθησης του χιούμορ, που τους έχει δώσει τη δυνατότητα να επιζήσουν από τις διάφορες εισβολές που έχουν υποστεί και έχουν σηματοδοτήσει την ιστορία τους. Τα πρώτα αποδεικτικά στοιχεία που πιστοποιούν την ύπαρξη του Ταλίν αποδίδονται σε έναν Άραβα γεωγράφο, τον Ιμπρισί, ο οποίος το 1154 σημείωσε στον χάρτη μια περιοχή που ονομάζεται Κουαλεβενί και αντιστοιχεί με τη σημερινή θέση της πόλεως. Η ονομασία Κουαλεβενί προέρχεται από εκείνη του Κάλεβ, του μυθικού ήρωα τον οποίο οι Εσθονοί θεωρούν πρόγονό τους. Το 1219 κατέφθασαν τα πλοία του βασιλιά Βαλντεμάρ Β΄ της Δανίας μεταφέροντας τους στρατιώτες που υποδούλωσαν τους Εσθονούς και έκαναν την Κουαλεβενί στρατιωτικό και εμπορικό λιμάνι. Κατασκευάστηκε ένα φρούριο και δημιουργήθηκε μια επισκοπή, ενώ η πόλη μετονομάστηκε Ταλίν από το τάανι λιν που σημαίνει «πόλη των Δανών». Το 1227 έφτασαν οι Τεύτονες Ιππότες, όμως το 1238 το Ταλίν κατελήφθη ξανά από τους Δανούς, ενώ το 1258 προσχώρησε στη Χανσεατική Ένωση και έγινε ένα από τα κυριότερα εμπορικά κέντρα στη βόρεια Ευρώπη. Καθώς αύξανε ο πλούτος των κυρίαρχων της πόλης, μεγάλωνε και η δυσαρέσκεια των Εσθονών. Το 1343, μετά από κάποια από τις πολυάριθμες λαϊκές εξεγέρσεις, οι Δανοί παραχώρησαν το Ταλίν για μια ακόμη φορά στους Τεύτονες Ιππότες, τώρα όμως με αντάλλαγμα 19.000 ασημένιων μάρκων. Οι νέοι κυβερνήτες διοίκησαν χωρίς αμφισβητήσεις μέχρι την εποχή της Μεταρρύθμισης, η οποία προκάλεσε εντάσεις που βρήκαν διέξοδο το 1577 με την άφιξη των Μοσχοβιτών. Προς βοήθειά τους προσέτρεξαν οι Σουηδοί που ήταν σε αντιπαράθεση με τους Μοσχοβίτες και κατανίκησαν τον στρατό του Ιβάν του Τρομερού. Υπό τη μοναρχία των Σκανδιναβών η σημασία του Ταλίν άρχισε να μειώνεται. Το 1710, ο Ρώσος τσάρος Μέγας Πέτρος κατέλαβε την πόλη που επρόκειτο να παραμείνει σχεδόν απομονωμένη μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα όταν κατασκευάστηκε η σιδηροδρομική γραμμή που τη συνέδεε με την Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα. Η περίοδος αυτή επίσης είδε να μεγαλώνει το πατριωτικό πνεύμα των Εσθονών που, εκμεταλλευόμενοι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, ανακήρυξαν τον επόμενο Φεβρουάριο τη γέννηση της ελεύθερης δημοκρατίας της Εσθονίας. Το όνειρο τελείωσε το 1941 με την εισβολή των Ναζί την οποία ακολούθησαν φοβεροί βομβαρδισμοί και η σοβιετική κατοχή. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η χώρα βρισκόταν σταθερά στη ρωσική επιρροή με τη βιομηχανική ανάπτυξη του λιμανιού. Αν οι γηγενείς Εσθονοί αντιπροσώπευαν μόνο το 47% του πληθυσμού, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, ανακήρυξαν τελικώς την ανεξαρτησία τους. Οι μεταβαλλόμενες τύχες του Ταλίν είχαν ελάχιστη επίδραση στην ποιότητα της αρχιτεκτονικής στο ιστορικό κέντρο μέσα στα τείχη της πόλεως. Το κάστρο, στον λόφο Τσομπέα, κατασκευάστηκε από τους Τεύτονες Ιππότες το 1229 στα θεμέλια του δανικού φρουρίου και αναδιοργανώθηκε από τους Ρώσους τον 18ο αιώνα. Απέναντι από το κάστρο βρίσκεται ο ορθόδοξος καθεδρικός ναός του Αλεξάνδρου Νιέφσκι ο οποίος, παρά το ευχάριστο σχέδιό του, τους τρούλους σε σχήμα κρεμμυδιού, τα μωσαϊκά στην πρόσοψη και τις πολλές εικόνες στο εσωτερικό, συμβόλιζε πάντοτε τη μισητή ρωσική κυριαρχία. Η σύνδεση αυτή ήταν τόσο ισχυρή ώστε το 1930 οι Εσθονοί επινόησαν ένα σχέδιο για να μετακινήσουν το κτίριο έξω από την πόλη. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται το Τόομκιρικ (ναός της Παναγίας) που κατασκευάστηκε από τους Δανούς το 1240 και ανακατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα σε ύστερο γοτθικό ρυθμό. Στην παλαιά πόλη – το κάτω τμήμα του Ταλίν – μπορεί κανείς να βρει τον ναό του Αγίου Νικολάου που κατασκευάστηκε το 1315 και ανακατασκευάστηκε μετά από έναν αιώνα, μετά από πυρκαγιά, χάρη στις δωρεές εμπόρων που ανήκαν στη Χανσεατική Ένωση. Αντικείμενα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας μέσα στον ναό είναι το ιερό με τη διπλή αγία τράπεζα από τον καλλιτέχνη του Λιούμπεκ Χέρμαν Ρόντε και τον «Μακάβριο Χορό» του ζωγράφου Μπερντ Νότσκε. Στην παρακείμενη πλατεία, Ρεκόγια Πλατς, βρίσκεται άθικτο το μοναδικό γοτθικό δημαρχείο στη βόρεια Ευρώπη. Είναι εκεί όπου αρχίζει η Πικ Γιάλγκ, η κύρια οδός για πεζούς στο παλιό Ταλίν, που περιστοιχίζεται με κτίρια με γοτθικές προσόψεις τα οποία στέγαζαν τις συντεχνίες της Χανσεατικής Ένωσης. Το πιο εντυπωσιακό βρίσκεται στον αριθμό 17, η «Μεγάλη Συντεχνία» που σήμερα στεγάζει το ιστορικό μουσείο. Η «Συντεχνία της Αδελφότητας των Μαύρων Ιπποτών» βρίσκεται στον αριθμό 20 και είναι ένα ανάκτορο των τελών του 16ου αιώνα σε ρυθμό Αναγεννήσεως. Αυτή η ένωση είχε το δύσκολο έργο να υπερασπίζεται την πόλη και – ίσως όχι τυχαία- ήταν η τελευταία συντεχνία που υποτάχθηκε το 1940. ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»
Άλλη το πρωί, άλλη το βράδυ Οικογενειακή σειρά 26 επεισοδίων των 30 λεπτών Πρεμιέρα στο MEGA την Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 1995 Παραγωγή της Λιάνας Πατέρα Σενάριο και σκηνοθεσία του Γιώργου Κωνσταντίνου Ηθοποιοί Σοφία Αλιμπέρτη, Σπύρος Κωνσταντόπουλος, Ισαβέλλα Βλασιάδου, Μόνικα Βεργιέ, Κώστας Παληός, Νίκος Ασημάκης, Δημήτρης Βερύκιος, Ανδρέας Ζησιμάτος, Άννα Παντζελή, Νίκος Ρίζος ….Μια νεαρή ζωντοχήρα μητέρα που προσπαθεί να μεγαλώσει το παιδί της, απελπισμένη από τη δημοσιογραφική της καριέρα η οποία έχει κολλήσει στη στήλη των φαρμακείων που διανυκτερεύουν, αποφασίζει να γίνει συνοδός πλουσίων, επιχειρηματιών τα βράδια, προκειμένου να αυξήσει τα πενιχρά της εισοδήματα…. ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998