Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

CARY GRANT -ΚΑΡΥ ΓΚΡΑΝΤ

Κάρι Γκραντ
Ο Άρτσιμπαλντ Αλεξάντερ Λιτς (
18 Ιανουαρίου 190429 Νοεμβρίου 1986), γνωστότερος με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Κάρι Γκραντ ήταν Άγγλοεβραίος ηθοποιός που πρωταγωνίστησε σε μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες της χρυσής περιόδου του αμερικανικού κινηματογράφου. Οι γνωστότερες του ταινίες είναι οι εξής: Διαζύγιο με προθεσμία (The Awful Truth, 1937), Η γυναίκα με τη λεοπάρδαλη (Bringing Up Baby, 1938), Κοινωνικά σκάνδαλα (The Philadelphia Story, 1940), Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου (His Girl Friday, 1940), Υπόθεση Νοτόριους (Notorius, 1946) και Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων (North By Northwest, 1959). Η συμμετοχή του σ' αυτές τις ταινίες σε συνδυασμό με τον άνετο χαρακτήρα του και τη γοητευτική του εμφάνιση έδωσαν στο όνομά του θρυλική υπόσταση. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει δεύτερο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών. Το 1970 τιμήθηκε με ειδικό βραβείο Όσκαρ για την προσφορά του στην 7η τέχνη.
Ο Άρτσιμπαλντ Λιτς γεννήθηκε στο Χόρφιλντ του
Μπρίστολ στην Αγγλία από τον Ιλάια Τζέιμς Λιτς και την Έλσι Μαρία Κίνγκντον. Ήταν μοναχογιός και η παιδική του ηλικία δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένη. Η μητέρα του, που είχε χάσει ένα παιδί, το οποίο πέθανε πριν τη γέννηση του Γκραντ, έπασχε από κατάθλιψη. Ο πατέρας του την έκλεισε σε ίδρυμα και είπε στον εννιάχρονο Άρτσι ότι έφυγε για μακρινό ταξίδι. Ο Γκραντ έμαθε την αλήθεια και συνάντησε την έγκλειστη σε ίδρυμα μητέρα του αφότου έκλεισε τα τριάντα. Το 1918 απεβλήθη από το σχολείο και αποφάσισε να ακολουθήσει τον θίασο του Μπομπ Πέντερ σε περιοδείες ανά την Αγγλία, ως ακροβάτης. Το 1920 ο θίασος ταξίδεψε στην Αμερική και μαζί και ο Γκραντ. Ο θίασος επέστρεψε στην Αγγλία, αφήνοντας πίσω του τον Γκραντ που αποφάσισε να κάνει πατρίδα του τις Ηνωμένες δουλεύοντας ως πότε ως ακροβάτης, πότε ως ζογκλέρ και ενίοτε ως Πολιτείες.
Στις ΗΠΑ ο Γκραντ συνέχισε να περιοδεύει με πλανόδιους θιάσους τραγουδιστής και χορευτής.
Μετά από κάποιες επιτυχίες σε κωμωδίες του
Μπρόντγουεϊ ο Γκραντ πήγε στο Χόλιγουντ όπου υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία παραγωγής Paramount. Το όνομα Κάρι Λόκγουντ που είχε διαλέξει για καλλιτεχνικό ψευδώνυμο δεν άρεσε στους παραγωγούς και τον ανάγκασαν να το αλλάξει. Τότε υιοθέτησε το επίθετο Γκραντ, παρατηρώντας ότι τα αρχικά του ήταν τα ίδια με εκείνα των ονομάτων του Κλαρκ Γκέιμπλ και του Γκάρι Κούπερ ανερχόμενων κινηματογραφικών αστέρων της εποχής. Οι πρώτες ταινίες που γύρισε ήταν αδιάφορες, με πιο αξιόλογες το Ξανθή Αφροδίτη (Blonde Venus) πλάι στη Μάρλεν Ντίτριχ και το Τον έβγαλε λανθασμένο (She Done Him Wrong) πλάι στη σεξοβόμβα Μέι Γουέστ. Το She Done Him Wrong ήταν μεγάλη επιτυχία του 1934 κι έσωσε την Paramount από χρεωκοπία. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο Βιρτζίνια Τσέριλ, ο γάμος τους όμως δε διήρκεσε πολύ καθώς ένα χρόνο αργότερα η δυο τους χώρισαν. Το 1937 υπέγραψε συμβόλαιο με την Columbia και η συμμετείχε στις ταινίες Αόρατο ζεύγος (Topper) και Διαζύγιο με προθεσμία (The Awful Truth) τον έκανε αστέρα πρώτου μεγέθους. Ακολούθησαν οι ταινίες: Η γυναίκα με τη λεοπάρδαλη (Bringing Up Baby, 1938), Μαζί σου για πάντα (Holiday, 1938) και Κοινωνικά σκάνδαλα (The Philadelphia Story) με συμπρωταγωνίστρια την Κάθριν Χέπμπορν καθώς και τα: Ποια απ' τις δυο; (My Favorite Wife) και Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου (His Girl Friday, 1940). Στα τέλη της δεκαετίας του 30 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά.
Μετά τις συνεργασίες του με την Κάθριν Χέπμπορν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, ο Γκραντ θεωρήθηκε ο καταλληλότερος ηθοποιός για τις σοφιστικέ κομεντί της περιόδου. Πολλές από τις ταινίες που γύρισε κατά τη δεκαετία του 40 ήταν κωμωδίες. Με γνωστότερες το
Ανθρώπινη δικαιοσύνη (The Talk Of The Town, 1942) του Τζορτζ Στίβενς, το Αρσενικό και παλιά δαντέλα (Arsenic and old lace, 1944) του Φρανκ Κάπρα και το Ένας άγγελος στη γη (The Bishop's Wife, 1947). Παρά την επιτυχία του, οι μόνες φορές που προτάθηκε για όσκαρ ήταν εκείνες που πρωταγωνίστησε σε μελοδράματα. Έλαβε την πρώτη του υποψηφιότητα για όσκαρ το 1941 για την ταινία του Τζορτζ Στίβενς Νύχτα γεμάτη έρωτα (Penny Serenade), έχασε όμως από το Γκάρι Κούπερ. Η δεύτερη υποψηφιότητα που έλαβε ήταν για το Στο διάβα της ζωής (None But The Lonely Heart) το 1944 σε σκηνοθεσία του δραματουργού Κλίφορντ Όντετς, εκείνη τη χρονιά το όσκαρ πήγε στον Μπινγκ Κρόσμπι για την ταινία Ο δρόμος της αγάπης (Going My Way). Το 1945 χώρισε και από τη δεύτερη σύζυγό του Μπάρμπαρα Χάτον. Οι δυο τους παρέμειναν φίλοι και μετά το διαζύγιο, όμως οι φήμες που ήθελαν τον Γκραντ αμφισεξουαλικό πλήθαιναν.
Το
1941 ξεκίνησε μια μακρά συνεργασία με τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, αρχίζοντας από τις Υποψίες (Suspicion), όπου συμπρωταγωνιστούσε με την Τζόαν Φοντέιν, περνώντας από την Υπόθεση Νοτόριους (Notorious, 1946) και από Το κυνήγι του κλέφτη (To Catch A Thief, 1955), όπου συμπρωταγωνιστούσε με τις Ίνγκριντ Μπέργκμαν και Γκρέις Κέλι αντίστοιχα και καταλήγοντας Στη σκια των τεσσάρων γιγάντων (North By Northwest, 1959). Ο Χίτσκοκ ήθελε τον Γκραντ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Σχισμένο παραπέτασμα (Torn Curtain, 1966), αλλά ο ίδιος είχε αποφασίσει να αποσυρθεί μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων του Περπάτα, μην τρέχεις (Walk, Don't Run, 1966). Έτσι ο Χίτσκοκ προσέλαβε τον Πολ Νιούμαν για να εμφανιστεί στο πλευρό της Τζούλι Άντριους. Η σημαντικότερη υπηρεσία που προσέφερε στον Χίτσκοκ ήταν ότι έπαιζε τους δραματικούς ρόλους με μια δόση κωμωδίας και αστικής εκλέπτυνσης. Ο Γκραντ ήταν ο αγαπημένος ηθοποιός του Χίτσκοκ, ο οποίος ήταν γνωστός για την αντιπάθεια που έτρεφε για τους ηθοποιούς. Κάποτε είχε δηλώσει για τον Γκραντ ότι ήταν ο μοναδικός ηθοποιός που αγάπησε σε ολόκληρή του τη ζωή.
Στα τέλη του
1949 ο Γκραντ παντρεύτηκε για τρίτη φορά, με την ηθοποιό Μπέτσι Ντρέικ, με την οποία εμφανίστηκε σε δυο ταινίες. Αυτός ο γάμος διήρκεσε 13 χρόνια κι οι δυο τους χώρισαν το 1962. Η Ντρέικ ώθησε τον Γκραντ στη χρήση του LSD και στις αρχές της δεκαετίας του 60 ανέφερε πόσο πολύ τον βοήθησε η θεραπεία με το συγκεκριμένο ναρκωτικό, που η χρήση του ήταν ακόμα νόμιμη στις ΗΠΑ να βρει εσωτερική γαλήνη. Πέρα από τη συνεργασία του με τον Χίτσκοκ κατά τη δεκαετία του πενήντα συμμετείχε στις κωμωδίες Αποπλάνησις ενηλίκου (People Will Talk, 1951) σε σκηνοθεσία Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, στην ταινία Ο Βαρνάβας, η Εντβίνα, η μαϊμού και το μπογκομόλετς (Monkey Business, 1952) σε σκηνοθεσία του Χάουαρντ Χοκς και πλάι στις Τζίντζερ Ρότζερς και Μέριλιν Μονρόε και στην ταινία Μεγάλε μου έρωτα (An Affair To Remember, 1957) στο πλευρό της Ντέμπορα Κερ. Το 1956 ίδρυσε δική του εταιρία παραγωγής, την Grantley Productions, για τις οποίες τη διανομή είχε αναλάβει η εταιρία Universal. Ταινίες που κυκλοφόρησαν από την εταιρία του Γκραντ ήταν οι Αδιακρισίες (Indiscreet, 1958), το Επιχείρησις κομπινεζόν (Operation Petticoat, 1959), το Η ωραία και ο εκατομμυριούχος (That Touch of Mink, 1962) και το Ο γερόλυκος φωνάζει (Father Goose, 1964).
Το
1963 ο Γκραντ πρωταγωνίστησε στην ταινία Ραντεβού στο Παρίσι (Charade, 1963) πλάι στην Όντρεϊ Χέπμπορν και την επόμενη στο Ο γερόλυκος φωνάζει (Father Goose, 1964) πλάι στην Λέσλι Καρόν. Τελευταία του ταινία έμελλε να είναι το Περπάτα, μην τρέχεις (Walk, Don't Run, 1966). Το 1965 κλέφτηκε και παντρεύτηκε στο Λας Βέγκας την ηθοποιό Ντάιαν Κανον με την οποία απέκτησε μια κόρη που γεννήθηκε πρόωρα το 1966, τη Τζένιφερ Γκραντ. Ο γάμος του με την Κάνον έληξε το 1967 όταν οι δυο τους υπέγραψαν τα χαρτιά του διαζυγίου. Στα τέλη της δεκαετίας δέχτηκε μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας καλλυντικών Fabergé, η θέση αυτή σε συνδυασμό με το επιχειρηματικό του μυαλό του απέφερε πολλά εκατομμύρια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Γκραντ, έγινε διοικητικό μέλος και των εταιριών Hollywood Park Inc., Western Airlines και
Metro-Goldwyn-Mayer. Το 1970 του απένειμαν Τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στο χώρο του κινηματογράφου. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 έκανε περιοδείες ανά τις ΗΠΑ, όπου προβάλλονταν στιγμιότυπα από τις ταινίες του κι απαντούσε σε ερωτήσεις από το κοινό. Το 1981 παντρεύτηκε για πέμπτη φορά τη Μπάρμπαρα Χάρις που έμεινε στο πλευρό του μέχρι και το θάνατό του από εγκεφαλική αιμορραγία το 1986. Για τρεις δεκαετίες περίπου, ο Γκραντ δούλεψε τους ρόλους με όπλο αυτή την ξεχωριστή, προσωπική χάρη. Η επιρροή του ήταν τόσο σημαντική ώστε να θεωρείται πρότυπο για πολλούς άνδρες της εποχής του. Κάποτε μάλιστα δήλωσε ειρωνευόμενος <<Όλοι θέλουν να γίνουν Κάρι Γκραντ. Ακόμα κι εγώ θέλω να γίνω Κάρι Γκραντ>>.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

GJERGJ KASTRIOTI - ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ

Σκεντέρμπεης
Ο Γκιέρκι Καστριότι (Gjergj Kastrioti, ελληνικά Γεώργιος Καστριώτης), αποκαλούμενος και Σκεντέρμπεης (Βόρεια Αλβανία
1405 - Lezhë, Αλβανία 17 Ιανουαρίου 1468), είναι ο εθνικός ήρωας της Αλβανίας. Ήταν Αλβανός άρχοντας και στρατιωτικός ο οποίος αντιστάθηκε με επιτυχία στις επιθέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Καστριότι ήταν γιος του
γκέγκικης καταγωγής βυζαντινού τιμαριούχου της Βόρειας Αλβανίας Ιωάννη Καστριώτη (Gjon Kastrioti) και της Βοϊσαβής (Vojsava), θυγατέρας ενός άρχοντα των Σέρβων. Κατά τον Αλβανό ιστορικό Kristo Frashëri, οι σημαντικότεροι βιογράφοι του τείνουν να τον τοποθετούν στον οικισμό Sinë, ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή του σημερινού νομού Dibër της Αλβανίας και αποτελούσε τιμάριο του πατέρα του. Γκιέργκι είναι το αλβανικό αντίστοιχο του ελληνικού ονόματος Γεώργιος του ήρωα, από όπου και προέρχεται. Η μορφή δε του τελευταίου όνοματος του επιθέτου του Καστριώτη, είναι δωσμένη ελληνικά ποικιλοτρόπως κι αναφέρεται τόσο στην οικογένεια του Καστριώτη η οποία σύμφωνα με τον Πάπα Πίο Β', έχει πάρει το όνομά της από την πόλη της Καστοριάς απ' όπου καταγόταν ενώ σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία, προέρχεται από την ελληνικής προέλευσης λέξη "κάστρο".
Σε μικρή ηλικία, ο Καστριώτης δόθηκε ως όμηρος στους
Οθωμανούς Τούρκους και εξισλαμίστηκε και μορφώθηκε στο Εντιρνέ (Αδριανούπολη). Του δόθηκε, από το σουλτάνο Μουράτ Β' το όνομα Ισκεντέρ, από τον Μ. Αλέξανδρο, και το αξίωμα του μπέη (απ' όπου και το δεύτερο συνθετικό του ονόματος Σκεντέρμπεης). Κατά την ήττα των Οθωμανών στη Νις της Σερβίας το 1443, ο Σκεντέρμπεης εγκατέλειψε τους Τούρκους και ενώθηκε με τους συμπατριώτες του Αλβανούς τη χώρα των οποίων είχαν καταλάβει οι Τούρκοι. Έγινε χριστιανός, διεκδίκησε την οικογενειακή του περιουσία, κυρίευσε το ισχυρότατο κάστρο της Κρούγια και τέθηκε επικεφαλής συνομοσπονδίας αλβανών πριγκήπων το 1444. Έτσι απελευθέρωσε την πατρίδα του από την τουρκική κατοχή η οποία είχε ολοκληρωθεί μόλις το 1430..
Ως αρχηγός όλων των αλβανικών φυλών, απέκρουσε, κατά την περίοδο 1444–1466, 13 τουρκικές εισβολές. Οι επιτυχίες του του έδωσαν ηρωϊκή φήμη στη Δυτική Ευρώπη αλλά όχι την ανάλογη οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση την οποία προσπάθησε να εξασφαλίσει επισκεπτόμενος τη
Ρώμη και τη Νάπολη, τον χειμώνα του 1466-7. Εκεί εντυπωσίασε με το παρουσιαστικό του και την απλότητα των τρόπων του, χωρίς όμως να επιτύχει να εξασφαλίσει αξιόλογη βοήθεια.
Το 1463 συμμάχησε με τη
Βενετική Δημοκρατία ενώ υποστηρίχτηκε και από το Βασίλειο της Νάπολης και το Βατικανό, το οποίο του έδωσε τον τιμητικό τίτλο του στρατηγού της Αγίας Έδρας. Οι επιτυχίες του, όμως, δεν συνεχίστηκαν μετά το θάνατό του. Το 1478, η Κρούγια (Krujë), το προπύργιο του Καστριώτη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Μέχρι το 1506, ολόκληρη η Αλβανία περιήλθε και πάλι στην κατοχή τους.
Μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη, σχηματίστηκε ένας κύκλος θρύλων και παραδόσεων γύρω από το πρόσωπό του. Στην Ευρώπη κυκλοφορούσαν μυθιστορηματικές βιογραφίες του μέχρι και τον 17ο αι. Οι μακρόχρονοι αγώνες του έχουν μεγάλη σημασία για τους Αλβανούς και ο ίδιος αποτελεί σύμβολο των αγώνων τους για εθνική ενότητα και ανεξαρτησία.
Ο Σκεντέρμπεης ήταν πατέρας του
Γκιόν Καστριότι του νεότερου.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ

Θεόκλητος Καριπίδης
Ο Θεόκλητος Καριπίδης ήταν
Κιλκισιώτης ποιητής, πολιτικός και αγωνιστής, ποντιακής καταγωγής.
Γεννήθηκε το
1926 στο Πευκόδασος του Κιλκίς, από γονείς Πόντιους πρόσφυγες και έζησε κάτω από στερήσεις και φτώχειες την αγροτική ζωή. Η Κατοχή τον βρήκε νεαρό έφηβο. Οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο Κίνημα. Μετά την Κατοχή γνωρίζει τις διώξεις και τις πιέσεις της αντίδρασης. Φεύγει στη Θεσσαλονίκη κυνηγημένος, όπου εγκαθίσταται στην Πολίχνη ασκώντας το επάγγελμα του επιπλοποιού. Εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος και αργότερα Δήμαρχος Πολίχνης. Η Χούντα τον βρίσκει στο εξωτερικό όπου δηλώνει ενεργά την αντίθεση του στο δικτατορικό καθεστώς.
Ο Θεόκλητος Καριπίδης παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά.
Ο Θεόκλητος Καριπίδης κάνει την παρθενική του εμφάνιση με τη μικρή συλλογή "Πίνακας 1961" και αποσπά επαινετικά σχόλια για την ποίηση του. Το
1963 εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή "Νυν και Αεί", ενώ το 1973 εκδίδει τη συλλογή ποιημάτων "Επιστροφή" που ήταν και η τελευταία και πιο ώριμη δημιουργική του δουλειά. Η "Επιστροφή" τον καταξιώνει πανελλήνια σαν μια από τις πιο γνήσιες ποιητικές γραφές στη Βόρειο Ελλάδα.
Στις
16 Ιανουαρίου του 1975 προτού προφτάσει να εκδώσει το τελευταίο του έργο, αφήνει την τελευταία του πνοή.
Μεταθανάτια ο φίλος του, ποιητής
Βαλιούλης επιμελείται μια συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του προσθέτοντας και δείγματα της ανέκδοτης εργασίας του.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

RICHARD F. OUTCAULT - ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΑΟΥΤΚΟΛΤ

Ρίτσαρντ Άουτκολτ
O Ρίτσαρντ Φέλτον Άουτκολτ (Richard Felton Outcault,
14 Ιανουαρίου 1863 - 25 Σεπτεμβρίου 1928) ήταν Αμερικανός δημιουργός κόμικς, σχεδιαστής και ζωγράφος. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ένατης τέχνης, γνωστός περισσότερο για τα κόμικς The Yellow Kid και Buster Brown.
Γεννήθηκε στο Λάνκαστερ του
Οχάιο και σπούδασε αρχικά στο Σινσινάτι και αργότερα στο Παρίσι. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως σχεδιαστής στα εργαστήρια του Τόμας Έντισον στο Νιου Τζέρζεϊ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880 συμμετείχε σε χιουμοριστικά περιοδικά όπως τα Judge και Life, ενώ από το 1885 σχεδίαζε κόμικς για την εφημερίδα New York World, που ανήκε από το 1883 στον Τζόζεφ Πούλιτζερ. Ο Άουτκολτ εμπνεύστηκε το κόμικ στριπ Hogan's Alley, το οποίο αργότερα ονομάστηκε The Yellow Kid (To Κίτρινο Παιδί), με σαφή αναφορά στο βασικό χαρακτήρα του που ήταν ένα ατίθασο παιδί με χαρακτηριστική περιβολή κίτρινου χρώματος. Υπήρξε το πρώτο έγχρωμο κόμικ στριπ που τυπώθηκε στην Αμερική σε μαζική κλίμακα και σημείωσε αξιοσημείωτη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, συμβάλοντας σημαντικά στη διάδοση του είδους και ειδικότερα στην καθιέρωση του σύννεφου κειμένου. Ο Άουτκολτ προσελήφθη λίγο αργότερα στην εφημερίδα New York Journal του Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, όπου συνέχισε να δημοσιεύει τις ιστορίες του Κίτρινου Παιδιού, ενώ παράλληλα ο Πούλιτζερ ανέθεσε το ίδιο κόμικ στο ζωγράφο Τζορτζ Λουκς, με αποτέλεσμα να εκδίδεται συγχρόνως από τις δύο εφημερίδες. Η έντονη αντιπαλότητα μεταξύ τους, ως προς τη δημοσίευση του κόμικ, αλλά και τα ευφάνταστα δημοσιεύματα τους με στόχο την αύξηση της αναγνωσιμότητάς τους, γέννησε τον όρο «κίτρινη δημοσιογραφία» ή «κίτρινος τύπος», εμπνευσμένος από το κίτρινο χρώμα του ήρωα του κόμικ.
Από το 1897, ο Άουτκολτ εργάστηκε στην εφημερίδα The New York Herald, στην οποία εξέδωσε το 1902 το δεύτερο σημαντικότερο κόμικ του, με τίτλο Buster Brown, δημιουργώντας έναν ομώνυμο χαρακτήρα, με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με το Κίτρινο Παιδί. Στα έργα του περιλαμβάνονται ακόμα τα κόμικς Kelley's Kids, Pore Li'l Mose και Buddy Tucker. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε επίσης με τη
ζωγραφική, φιλοτεχνώντας κυρίως τοπία και προσωπογραφίες.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

ALEXANDER STEPANOVICH POPOV - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΟΠΟΦ

Αλέξανδρος Ποπόφ
Ο Αλεξάντρ (Αλέξανδρος) Στεπάνοβιτς Ποπόφ (
ρωσ. Александр Степанович Попов, 4/16 Μαρτίου 185931 Δεκεμβρίου/13 Ιανουαρίου 1905/1906) ήταν Ρώσος φυσικός και ηλεκτροτεχνικός, ήταν ο πρώτος που παρουσίασε την πρακτική εφαρμογή των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (αλλά δεν υπέβαλε αίτηση καταχώρησης ευρεσιτεχνίας για την εφεύρεση του). Στη Ρωσία πιστεύεται πως ήταν ο εφευρέτης του ραδιοφώνου και με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της τότε Ε.Σ.Σ.Δ. (1945) γιορτάζεται προς τιμή του η 7η Μαΐου ως «Μέρα Ραδιοφωνίας».
Γεννήθηκε στο χωριό Τουρίνσκιγιε Ρουντνικί (Турьинские Рудники), σημερινό Κρασνοτουρίνσκ (Краснотурьинск), της
Περιφέρειας Σβερντλόβσκ (Свердловская область) στα Ουράλια Όρη. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και φρόντισε ούτως ώστε ο μικρός Αλέξανδρος να ξεκινήσει την εκπαίδευση του στο καλής φήμης ιεροδιδασκαλείο του Περμ (Пермь), με σκοπό να ακολουθήσει αργότερα τα βήματα του. Εκείνος όμως από την εφηβεία του έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες και προτίμησε να ολοκλήρωσει τις σπουδές του, το 1882, στο φυσικομαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης, στο οποίο παρέμεινε και εργάστηκε ως εργαστηριακός βοηθός. Λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του Πανεπιστημίου, σύντομα μετέβη σε θέση καθηγητή φυσικής και ηλεκτροτεχνικής στη Ναυτική Ακαδημία (Минный офицерский класс), (1883 - 1900/1901) στην Κροστάνδη (Кронштадт) της νήσου Κότλιν (Котлин), έπειτα συνέχισε ως καθηγητής της έδρας της Φυσικής το 1901 και τέλος ως καθηγητής και διευθυντής (1905) του Ηλεκτροτεχνικού Ινστιτούτου της Αγίας Πετρούπολης, το οποίο σήμερα φέρει το όνομα του.
Το
1905 αρρώστησε σοβαρά, επηρεασμένος από κάποιες φοιτητικές εξεγέρσεις. Κατέληξε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 13 Ιανουαρίου του 1906.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

JOSE DE RIBERA - ΧΟΣΕ ΡΙΜΠΕΡΑ

Χοζέ Ριμπέρα
Ο Χοζέ δε Ριμπέρα (José de Ribera,
12 Ιανουαρίου
1591 - 2 Σεπτεμβρίου 1652), γνωστός και ως Τζουζέπε Ριμπέρα ή με το ιταλικό προσωνύμιο Lo Spagnoletto (ο μικρός Ισπανός), ήταν Ισπανός ζωγράφος και χαράκτης της μπαρόκ περιόδου. Παρά την ισπανική του καταγωγή, έζησε κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στην Ιταλία.
Γεννήθηκε το
1591, κοντά στην πόλη της Βαλένθια και βαφτίστηκε στις 17 Φεβρουαρίου. Σχετικά με τα νεανικά του χρόνια δεν διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες. Σύμφωνα με τον ζωγράφο και βιογράφο Αντόνιο Παλομίνο, δάσκαλός του στη ζωγραφική υπήρξε ο Φρανθίσκο Ριμπάλτα (Francisco Ribalta). Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, υπάρχουν ωστόσο ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες είναι πιθανό να εργάστηκε στην Πάρμα και στη Ρώμη, κατά τις αρχές του 17ου αιώνα. Το 1616 παντρεύτηκε την κόρη ενός πλούσιου εμπόρου έρων τέχνης, στη Νάπολη, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Ριμπέρα ανήκει χρονικά στην περίοδο της διαμονής του στη Νάπολη. Οι πίνακές του βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε θρησκευτικά θέματα, χωρίς να απουσιάζουν αναφορές σε κλασικά θέματα της
μυθολογίας ή προσωπογραφίες. Ο Ριμπέρα χρησιμοποίησε εκτεταμένα την τεχνική του τενεμπρισμού (tenebroso), απεικονίζοντας «σκοτεινές» δραματικές σκηνές, με έντονα στοιχεία ρεαλισμού.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

DOMENICO CHIRLANDAIO - ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ ΓΚΙΡΛΑΝΤΑΙΟ

Ντομένικο Γκιρλαντάιο
Ο Ντομένικο Γκιρλαντάιο (Domenico Ghirlandaio,
1449 - 11 Ιανουαρίου 1494) ήταν Ιταλός ζωγράφος της πρώιμης αναγέννησης, που διακρίθηκε κυρίως για τις αφηγηματικές νωπογραφίες του και τις προσωπογραφίες επιφανών προσωπικοτήτων της εποχής του. Έζησε στη Φλωρεντία, την ίδια περίοδο με τον Σάντρο Μποτιτσέλι και τον Φιλίπο Λίπι, ενώ υπήρξε για ένα διάστημα δάσκαλος του Μιχαήλ Άγγελου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ντομένικο ντι Τομάσο Μπιγκόρντι. Tο ψευδώνυμο Γκιρλαντάιο (Il Ghirlandaio) συνόδευε τον πατέρα του, που ήταν γνωστός για τις μεταλλικές γιρλάντες (ιταλ. ghirlanda) που κατασκεύαζε.
Σχετικά με την εκπαίδευσή του, λίγες πληροφορίες είναι γνωστές και θεωρείται πιθανό πως εργάστηκε αρχικά στο εργαστήριο του χρυσοτέχνη πατέρα του. Σύμφωνα με τον
Τζόρτζιο Βαζάρι, υπήρξε μαθητής του Αλέσιο Μπαλντοβινέτι (Alessio Baldovinetti). Οι πρώτοι γνωστοί πίνακες του Γκιρλαντάιο, χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του 1470 και σε αυτούς συγκαταλέγονται ορισμένες νωπογραφίες για την εκκλησία των Αγίων Πάντων της Φλωρεντίας (περ. 1472-1473). Για την ίδια εκκλησία φιλοτέχνησε το 1480 μία νωπογραφία του Αγίου Ιερώνυμου, έργο που συμπληρώθηκε λίγο αργότερα από τη νωπογραφία του Αγίου Αυγουστίνου, του Μποτιτσέλι. Το 1481 επισκέφτηκε τη Ρώμη, προσκεκλημένος του Πάπα Σίξτου Δ', προκειμένου να διακοσμήσει ένα τμήμα της Καπέλα Σιξτίνα και τα επόμενα χρόνια έλαβε αρκετές και σημαντικές παραγγελίες. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν οι νωπογραφίες που αναπαριστούν σκηνές από το βίο του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, κατά παραγγελία του Φραντσέσκο Σασέτι, καθώς και εκείνες που φιλοτέχνησε για λογαριασμό του Τζιοβάνι Τορναμπουόνι, με θέμα το βίο του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Το έργο του Γκιρλαντάιο περιλαμβάνει επίσης προσωπογραφίες επιφανών προσωπικοτήτων και μελών οικογενειών που υπήρξαν παραγγελιοδότες του.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΑΚΗΣ

Ιωάννης Βαρβάκης
Ο Ιωάννης Βαρβάκης ήταν Mέγας
εθνικός ευεργέτης από τα Ψαρά.Ο Βαρβάκης γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 ή 1750 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντή (Λεοντίδη) και της Μαρώς Μόρου.
Στα Ψαρά υπήρχαν και υπάρχουν πολλά πουλιά τα οποία έχουν μεγάλα και αυστηρά μάτια και ανήκουν σε είδος γερακιού Ιέραξ ο οξύπτερος. Τα πουλιά αυτά οι Ψαριανοί τα ονόμαζαν και τα ονομάζουν Βαρβάκια. Οι συνομήλικοί του, βλέποντας τα μεγάλα και πολύ αυστηρά του μάτια, καθώς και την ορμητικότητα που τον χαρακτήριζε τον φώναζαν Βαρβάκι. Φαίνεται ότι η προσωνυμία του άρεσε και την διατήρησε ως επώνυμο. Έτσι πέρασε στην ιστορία με το όνομα Βαρβάκης και το επώνυμο του έγινε τίτλος ευγενείας την τσαρική Ρωσία.
Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος καραβοκύρης. Ο μικρός Γιάννης ήταν γύρω στα οκτώ όταν ο πατέρας του άρχισε να του μαθαίνει τα της ναυτιλίας και στα δέκα του ήξερε κιόλας να πυροβολεί με πιστόλι τουφέκι και να χρησιμοποιεί το κανόνι του καραβιού. Στα 15 τον έβαλε ο πατέρας του παρτσινέβελο δηλαδή μεριδιούχο στο πλοίο του και στα 18 του ναυπήγησε την πρώτη γαλιότα. Στράφηκε στην
πειρατεία οπως το σύνολο των Ψαριανών.
Κατά το ρωσοτουρκικό πόλεμο πήρε μέρος σαν κυβερνήτης πυρπολικού, ενώ ήταν ήδη πλοίαρχος εμπορικού πλοίου. Ο Ιωάννης Βαρβάκης, το
1770, ήταν ένας από τους Έλληνες ορθοδόξους που συντάχθηκε με τα στρατεύματα της Αικατερίνης Β' ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Ψαριανός πλοιοκτήτης εκποίησε ολόκληρη την περιουσία του για να εξοπλίσει με κανόνια και να επανδρώσει με στρατιώτες ένα από τα πλοία του, που θα έπεφτε στη μάχη ενάντια στους Τούρκους. Εκείνος θα ήταν ο καπετάνιος. Όμως δεν πρόλαβε να αναλάβει δράση. Ο σουλτάνος υπέγραψε ειρήνη, παραχωρώντας στη Ρωσία τις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Ο Βαρβάκης, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες που πολέμησαν στο πλευρό των Ρώσων στο Αιγαίο, από το 1770 έως το 1774, έτσι κι αυτός... ξέμεινε, αναγκασμένος να τα βγάλει πέρα μόνος του με τους Οθωμανούς. Εκεί κατόρθωσε να πάρει μια μικρή αποζημίωση για ένα πυρπολικό του που καταστράφηκε στον Τσεσμέ.
Μετά την υπογραφή της ειρήνης ο Βαρβάκης επέστρεψε στα
Ψαρά,και συνέχισε την εμπορική και πειρατική του δραστηριότητα. Όντας επικηρυγμένος από τους Οθωμανούς έβαλε πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, χωρίς να υπολογίζει το πόσο εχθρικό ήταν το περιβάλλον εκεί για αυτόν . Το πλοίο του κατασχέθηκε, ο ίδιος βρέθηκε μπλεγμένος με τις αρχές και εκδιώχθηκε. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, αποφάσισε να ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη - κάτω από δυσμενείς συνθήκες, αφού αυτό σήμαινε να περπατήσει απόσταση 5.000 χιλιόμετρων μέχρι την Αγία Πετρούπολη. Εκεί συνάντησε τον Ποτέμκιν, εραστή της Αικατερίνης, ο οποίος μεσολάβησε ώστε η Τσαρίνα να τον δεχθεί. Η Αικατερίνη αποδείχθηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρη δίνοντάς του ένα πουγκί με 10.000 χρυσά ρούβλια και μια άδεια απεριόριστης και αφορολόγητης αλιείας στην Κασπία.
Από την Αγία Πετρούπολη κίνησε για το Αστραχάν, χωρίς την παραμικρή ιδέα για το πώς θα μπορούσε να αξιοποιήσει την άδεια αλιείας. Κι αντί να ασχοληθεί με το ψάρεμα αγόρασε ένα αποστακτήριο, με στόχο να φτιάχνει κρασί από τα γλυκά σταφύλια της στέπας. Τότε ήταν που γνωρίστηκε με έναν έμπορο από το Αστραχάν, τον Πιοτόρ Σεμιόνοβιτς Σαπόζνικοφ, ο οποίος τον προέτρεψε να ασχοληθεί με την αλιεία. Ικανός να κτίζει μεγάλα, αξιόπλοα και προηγμένα καράβια και να ξανοίγεται στη θάλασσα, ο Βαρβάκης ήταν εκτός συναγωνισμού απέναντι στους μικρομεσαίους παράκτιους Ρώσους ψαράδες. Στη βόρεια Κασπία η «επιχείρηση αλιεία» απέδωσε καρπούς. Τα πλοία του Βαρβάκη φορτώνονταν με οξύρρυγχους, λευκούς σολομούς, μεγάλους λούτσους κι άλλα πολύτιμα ψάρια.
Σε ένα από τα ταξίδια του δοκίμασε χαβιάρι που τον φίλεψαν Ρώσοι χωρικοί. Έχοντας στο μυαλό του το πάθος των Ελλήνων για το αυγοτάραχο, κατάλαβε αμέσως με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βγάλει πολλά χρήματα από την άδεια της Αικατερίνης - εξάγοντας χαβιάρι. Όμως αντιμετώπιζε κι εκείνος το ίδιο πρόβλημα που φρέναρε τους Ιταλούς εμπόρους αρκετούς αιώνες νωρίτερα: αυτό το τόσο ευαίσθητο έδεσμα ήταν αδύνατον να ταξιδέψει για καιρό μέσα στα ξύλινα κασόνια της εποχής - όσο καλά παστωμένο κι αν ήταν.
Η λύση βρέθηκε. Ήταν κιβώτια από ξύλα φλαμουριάς τα οποία δεν προκαλούσαν αλλοιώσεις στα πολύτιμα αυγά, ήταν απόλυτα στεγανά κι έτσι διατηρούσαν σε πολύ καλή κατάσταση το φορτίο που πάνω σε καμήλες ή φορτωμένο σε ιστιοφόρα ταξίδευε τον Βόλγα για να φτάσει από το Αστραχάν στην Ελλάδα. Μέχρι το 1788 η επιχείρηση του Βαρβάκη έκανε χρυσές δουλειές και απασχολούσε περισσότερους από 3.000 εργάτες για την επεξεργασία και το πακετάρισμα των αυγών του οξύρρυγχου. Από το
1812 βρέθηκε στο Ταγκανρόγκ.Και από το 1815 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ταϊγάνι, όπου μετέφερε όλη σχεδόν την κινητή περιουσία του,για να βρίσκεται κοντά στην Οδησσό κέντρο της Φιλικής Εταιρίας της οποίας υπήρξε ηγετικό μέλος και χρηματοδότης. Είναι ο μόνος που στα έγγραφά της αποκαλείται με το όνομά του. Είχε δώσει εν τω μεταξύ μέρος από την τεράστια περιουσία του για κοινωφελή έργα στη Ρωσία (νοσοκομεία, γέφυρες, διώρυγες) επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και γι' αυτό παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο και του δόθηκε και τίτλος ευγένειας με το επίθετο Κομνηνός Βαρβάκης.
Ο Ιωάννης Βαρβάκης πρόσφερε πάρα πολλά στον Αγώνα πριν και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά βοήθησε με πάρα πολλούς τρόπους τις ελληνικές κοινότητες στη
Ρωσία και ιδιαίτερα την κοινότητα της πόλης που έμενε. Από την τσαρική κυβέρνηση μαζί με το παράσημο είχε ανακηρυχτεί αρχηγός των ευγενών του Αστραχάν. Αυτός ο τίτλος, εκτός από την περιουσία του, συντέλεσε, ώστε να έχει μεγάλη επιρροή στους κύκλους των Ρώσων ευγενών.
Ο Βαρβάκης με έξοδα δικά του εξόπλισε τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον
Αλέξανδρου Υψηλάντη. Επίσης μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ' όλο βοήθησε τον αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του. Έστειλε τρόφιμα και διάφορα άλλα εφόδια. Μετά την καταστροφή των Ψαρών, το 1824, ήρθε στην Ελλάδα, για να βοηθήσει με κάθε μέσο τους πρόσφυγες.
Ο Βαρβάκης πέθανε στις
10 Ιανουαρίου του 1825 στη Ζάκυνθο υπό την άτυπη αιχμαλωσία των Άγγλων. Στη διαθήκη του άφησε 1.000.000 ρούβλια κληροδότημα για την ίδρυση του Βαρβακείου Λυκείου, και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στο ελληνικό Δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς. Κατέθεσε τα χρήματα που χρειάστηκαν για την ανέγερσή του σε ρωσική τράπεζα και το 1857 άρχισε το κτίριο της Βαρβακείου Σχολής, με σχέδια και επίβλεψη του Παναγιώτη Κάλκου. Άρχισε να κτίζεται, για να ολοκληρωθεί το 1859. Με δική του δωρεά κατασκευάστηκε η κλειστή αγορά της Αθήνας (Βαρβάκειος Αγορά), ενώ επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Το Βαρβάκειο Λύκειο κτίστηκε κοντά στη σημερινή οδό Αθηνάς. Ιδρύθηκε το 1857 και από το 1886 και μετά λειτούργησε σαν Πρακτικό Λύκειο, αφιερωμένο σχεδόν αποκλειστικά στη σπουδή των θετικών επιστημών. Ήταν το μοναδικό Λύκειο του είδους του στη χώρα για πολλά χρόνια. Το παλιό κτίριο καταστράφηκε το Δεκέμβρη του 1944. Σήμερα λειτουργεί γυμνάσιο και λύκειο με το όνομα «Βαρβάκειος Πρότυπος Σχολή».
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

HOUSTON STEWART CHAMBERLAIN - ΧΙΟΥΣΤΟΝ ΣΤΙΟΥΑΡΤ ΤΣΑΜΠΕΡΛΕΝ

Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν
O Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν (
αγγλ. Houston Stewart Chamberlain) (* 9 Σεπτεμβρίου 1855 στο Πόρτσμουθ, 9 Ιανουαρίου 1927 στο Μπαϋρόιτ) ήταν γερμανός συγγραφέας. Οι θεωρίες του συνέβαλαν σημαντικά στη φυλετική ιδεολογία και τις αντιλήψεις του εθνικοσοσιαλισμού.
Ο Τσάμπερλεν ήταν γιος Άγγλου ναυάρχου. Την παιδική του ηλικία την πέρασε κυρίως στη Γαλλία αλλά ερωτεύτηκε με πάθος τη Γερμανία από τα χρόνια της εφηβείας του. Είχε πολύ ασθενική κράση και μια μυστηριώδης αρρώστια τον εμπόδισε να τελειώσει τις σπουδές του στη Βιολογία. Το μόνο πράγμα που τον ανακούφιζε ήταν ο ενθουσιασμός που τον συνέπαιρνε όταν υπεράσπιζε τον Γερμανισμό. Ο ενθουσιασμός αυτός τον οδήγησε στη συγγραφή εργασιών για τον
Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον Καντ και τον Γκαίτε, προπάντων όμως στη συγγραφή του ογκώδους βιβλίου (1.500 σελίδες) Τα θεμέλια του 19ου αιώνα.
Το 1889 εγκαταστάθηκε στην Αυστρία. Το 1905 χώρισε από την πρώτη του γυναίκα, την
Πρωσσίδα Άννα Χορστ. Το 1908 παντρεύτηκε την Εύα Βάγκνερ, κόρη του Ρίχαρντ Βάγκνερ και το 1909 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Μπαϋρόιτ, κοντά στο σπίτι του πεθερού του.
Το
1916, απέκτησε τη γερμανική υπηκοότητα και έλαβε το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Γουλιέλμο . Καθ' όλη τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, συμμετείχε στην προπαγάνδα της Γερμανίας κατά της φυσικής πατρίδας του γράφοντας εναντίον της με βιαιότητα η οποία συντάραξε τον αδελφό του, Μπέιζιλ, που αναγκάστηκε έτσι διακόψει για μεγάλο διάστημα κάθε επαφή μαζί του.
Μετά τον πόλεμο, η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε, φτάνοντας στη μερική παράλυση. Το 1923, σε αυτή την κατάσταση και απελπισμένο από τη βαριά ήττα της Γερμανίας, τον συνάντησε ο, καθόλου δημοφιλής τότε,
Αδόλφος Χίτλερ. Την επόμενη μέρα, ο Τσάμπερλεν του έγραψε πως η διάθεσή του άλλαξε ριζικά μετά τη συνάντησή τους. Έγινε μάλιστα μέλος του Ναζιστικού κόμματος. Τα επόμενα χρόνια, όταν το επέτρεπε η υγεία του, έγραφε άρθρα για τις, άσημες τότε, εκδόσεις του κόμματος. Σε ένα τέτοιο άρθρο του, χαιρετούσε τον τότε φυλακισμένο Χίτλερ ως προορισμένο από τον Θεό για να οδηγήσει τον γερμανικό λαό.
Συνέχισε να μένει στο Μπαϋρόιτ μέχρι τον θάνατό του, το 1927.Στην κηδεία του δεν παραβρέθηκαν παρά μόνο δύο επώνυμα πρόσωπα, ένας πρίγκιπας, ως εκπρόσωπος του Γουλιέλμου Β', (ο οποίος απαγορευόταν να επιστρέψει στη Γερμανία) και ο Χίτλερ.
Ο Τσάμπερλεν έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό για τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, για τον οποίο έγραψε, το 1883, ότι ήταν μάλλον η μεγαλύτερη ιδιοφυία που γέννησε ποτέ η ανθρωπότητα. Αλλά και στο μεταγενέστερο έργο του είναι μεγάλη η συμβολή των φυλετικών ιδεών του Βάγκνερ.
Το σημαντικότερο έργο του Τσάμπερλεν είναι το βιβλίο Τα θεμέλια του 19ου αιώνα (Die Grundlagen des neunzehnten Jahrhunderts, που εκδόθηκε το 1889, όπου αποφαίνεται επί όλων των πεδίων της ανθρώπινης γνώσης της εποχής του.
Σε αυτό το έργο, όπως και ο
Αρτύρ ντε Γκομπινώ (Arthur de Gobineau), τον οποίο θαύμαζε, ο Τσάμπερλεν εντοπίζει τη φυλή ως το κλειδί της ιστορίας και τη βάση του πολιτισμού. Υποστηρίζει πως η ερμηνεία του 19ου αιώνα, δηλαδή της εποχής του, είναι δυνατή μόνο με τη θεώρηση τριών βασικών κληροδοτημάτων της αρχαιότητας: Της ελληνικής φιλοσοφίας και τέχνης, του ρωμαϊκού νόμου και της προσωπικότητας του Χριστού. Από εκείνη την εποχή προέρχονται επίσης οι δύο «καθαρές φυλές» (Εβραίοι και Γερμανοί) και οι μιγάδες Λατίνοι της Μεσογείου, τους οποίους αποκαλεί «χάος λαών». Ο Τσάμπερλεν υποστηρίζει μια εθνικιστική και μυστικιστική ιδεολογία και εξελίσσει τις ιδέες του Αρτύρ ντε Γκομπινώ σχετικά με την πανίσχυρη αρία φυλή, με μια βασική όμως διαφορά: Ενώ ο Γκομπινώ υποστηρίζει ότι οι Άριοι ήταν ένα είδος τέλειας φυλής του παρελθόντος, ο Τσάμπερλεν την παρουσιάζει (όπως και ο Λίμπενφελς) ως ιδανικό του μέλλοντος, το οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της ανάλογης καλλιέργειας .Τα θεμέλια του 19ου αιώνα ήταν βιβλίο που διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα για να τραβήξει την προσοχή του καλλιεργημένου αναγνωστικού κοινού. Γραμμένο με εμπνευσμένο ύφος, επιτίθεται στον επιστημονικό σχολαστικισμό και την εξειδίκευση. Κατά τον Τσάμπερλεν, η υπέρτατη επιστημονική γνώση ερμηνεύει απολύτως μηχανικά τη φύση. Η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη αληθινή, από τη σκοπιά των γερμανικών λαών, οι οποίοι και θα την επιβάλουν στους υπόλοιπους. Η γνώση αποκτήθηκε χάρη στην κατανόηση των νόμων της επιστημονικής αναγκαιότητας, η οποία διαφωτίστηκε από το θρησκευτικό ένστικτο των Αρίων. Οι Εβραίοι είναι ανίκανοι να μεταφράσουν μηχανιστικά τη φύση, όπως γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν γνωρίζουν μηχανισμούς και η σκέψη τους κυριαρχείται από μια πανίσχυρη αυθαιρετότητα. Αυτός είναι ο λόγος που, κατά τον Τσάμπερλεν, ο Εβραίος δεν έχει ποτέ ανακαλύψει κάτι.
Η ρατσιστική φιλοσοφία που εισήγαγε ο Τσάμπερλεν είχε τεράστια επιρροή στον τρόπο που το
Τρίτο Ράιχ αντιμετώπισε τα νεότερα επιτεύγματα της επιστήμης. Ο ίδιος ξεκίνησε μια διαμάχη σχετικά με τη θεωρία της σχετικότητας, η οποία έφτασε σε τέτοια οξύτητα ώστε, κάτω από το ναζιστικό καθεστώς, οι επιθέσεις εναντίον της «εβραϊκής φυσικής» να φτάνουν την ένταση αυτών που είχαν ως στόχο την «εβραϊκή ψυχολογία». Για παράδειγμα, οι υποστηριζόμενοι από τους ναζί επιστήμονες, μεταξύ των οποίων δύο κάτοχοι βραβείων Νόμπελ, κατηγόρησαν τον Αϊνστάιν και τους Γερμανούς υποστηρικτές του ότι δημιούργησαν ένα μοντέλο αυθαίρετου τεχνητού σύμπαντος το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με το φυσικό, τρισδιάστατο σύμπαν της «γερμανικής φυσικής».
Στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών, ο Τσάμπερλεν επέμενε στις αβεβαιότητες που αυτές εμπεριέχουν και άσκησε έντονη κριτική στους φανατικούς προπαγανδιστές του επιστημονικού θετικισμού αλλά και του αντισημιτισμού. Όπως πολλές προσωπικότητες της εποχής του, υποστήριξε πως δεν ήταν πράγματι αντισημίτης, αφού μπορούσε να αναφέρει αρκετούς Εβραίους ως φίλους του. Υποστήριξε όμως τις αντιλήψεις περί θρησκευτικής στειρότητας των Εβραίων και κατωτερότητας των Μαύρων, με παραθέσεις από τον ανατολιστή Ρόμπερτσον Σμιθ και τον εντομολόγο/ψυχίατρο Ογκίστ Φορέλ, αντίστοιχα. Ήταν επίσης ο πρώτος συγγραφέας με ευρεία απήχηση ο οποίος μνημόνευσε θετικά τον
Φρόυντ, αν και δεν τον είχε κατανοήσει.
Παρά τον μανδύα της οικουμενικής εμβρίθειας, η μεγάλη ευχαρίστηση του Τσάμπερλεν ήταν η ενασχόλησή του με τις δύο μεγάλες ιδέες που μισούσε, τη «Ρώμη» και τον «Ιούδα». Οι επιθέσεις του εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας χρησιμοποιούν το οικείο φόβητρο της
ιησουίτικης απειλής, όμως ο Τσάμπερλεν προχώρησε πιο πέρα στα επιχειρήματά του, αναπτύσσοντας τη θεωρία πως ο Ιγνάτιος Λογιόλα (ιδρυτής του τάγματος των Ιησουιτών), ως Βάσκος, ήταν μη-Άριος. Έτσι, ο Λογιόλα είναι εκπρόσωπος της πρωτόγονης εκείνης φυλής που κατακτήθηκε μεν από τους Άριους αλλά επιδιώκει να τους ανατρέψει εκ των έσω. Γι' αυτόν τον λόγο, οι Ιησουίτες έχουν οργανώσει την πιο επικίνδυνη επίθεση εναντίον του γερμανικού πνεύματος και του άριου πνεύματος εν γένει.
Ωστόσο, ο Τσάμπερλεν πίστευε πως οι Εβραίοι είναι ακόμη πιο επίφοβοι από τους μη-Άριους Ευρωπαίους. Κατά τον (εβραϊκής καταγωγής) ιστορικό Λέον Πολιακόφ, οι Εβραίοι είναι η αιτία των κύριων συμπτωμάτων της νεύρωσης του Τσάμπερλεν τα οποία συνίσταντο στον τρόμο της μόλυνσης και των δόλιων νοθεύσεων. Κατά τον Τσάμπερλεν, η εβραϊκή φυλή προέρχεται από την αφύσικη επιμειξία των
Βεδουΐνων με τους Χετταίους, τους Σύριους και τους Άριους Αμορίτες. Με τον καιρό, λέει ο ίδιος, οι Εβραίοι αντιλήφθηκαν το μίασμα της προέλευσής τους και αυτό τους οδηγεί στην αίσθηση ότι η ίδια η ύπαρξή τους είναι αμάρτημα. Εξαιτίας αυτού, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια τεχνητή καθαρή φυλή και αυτή ακριβώς η προαιώνια απόφαση είναι η πηγή της εβραϊκής δύναμης και του μεγαλείου. Η στιγμή κατά την οποία ξεκίνησε αυτό το σχέδιο είναι η εποχή που ο Πέρσης βασιλιάς Κύρος ανοικοδόμησε τον Ναό του Σολομώντα. Έτσι, υποστηρίζει ο Τσάμπερλεν, κάτω από την άρια ανοχή, η σημιτική αδιαλλαξία εξαπλώθηκε σαν δηλητήριο σε ολόκληρη τη γη και η επιρροή των Εβραίων έφτασε στο απόγειό της στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα, πρακτικά σε όλους τους κλάδους της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Σχετικά με τον τρόπο καταπολέμησης της εβραϊκής κυριαρχίας, ο Τσάμπερλεν υποστήριξε πως η καρδιά του ζητήματος βρίσκεται στην προσωπικότητα του Ιησού, για τον οποίο κατέβαλε σημαντική προσπάθεια για να αποδείξει ότι δεν ήταν Εβραίος. Ήταν ζωτικό γι' αυτόν να ξεριζωθούν τα ιουδαϊκά στοιχεία από τον Χριστιανισμό. Προχωρώντας περισσότερο, θέλησε να βάλει τις βάσεις για μια νέα θρησκεία της Άριας φυλής.
Όσο ζούσε, τα έργα του είχαν ευρύτατη διάδοση στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γερμανία, με ιδιαίτερα ευνοϊκή αποδοχή από τη γερμανική συντηρητική ελίτ. Ο αυτοκράτορας Κάιζερ
Γουλιέλμος Β΄ της Γερμανίας ήταν προστάτης του και διατηρούσε αλληλογραφία μαζί του, διένειμε τα Θεμέλια στον γερμανικό στρατό και τις βιβλιοθήκες και τα συμπεριέλαβε στη σχολική διδασκόμενη ύλη.
Για τον γερμανικό εθνικισμό, τα Θεμέλια αποδείχτηκαν θεμελιώδες έργο, εξαιτίας της σχέσης του συγγραφέα με τον κύκλο του Βάγκνερ, των ιδεών του για την άρια υπεροχή και του αγώνα του εναντίον της εβραϊκής επιρροής. Αν δεν παρείχε το πλαίσιο του Ναζισμού, σίγουρα παρείχε στους φορείς του τελευταίου την απαραίτητη, έστω και φαινομενική, πνευματική δικαίωση.
Οι ιδέες του Τσάμπερλεν είχαν ιδιαίτερα έντονη επίδραση στον στον
Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, ο οποίος έγινε ο κύριος θεωρητικός του Ναζισμού.
Πέρα από τη Γερμανία του Κάιζερ και των Ναζί, η αποτίμηση του έργου του έφερε ανάμικτα αποτελέσματα. Ο Γαλλογερμανός διανοούμενος Edmond Vermeil θεώρησε τις ιδέες του Τσάμπερλεν ως «ιδιαίτερα φτηνιάρικες», αλλά ο Γερμανός αντι-ναζιστής συγγραφέας Konrad Heiden, παρά τις ενστάσεις του σχετικά με τη φυλετική ιδεολογία, τον περιέγραψε ως ένα από τα εκπληκτικά ταλέντα της ιστορίας του γερμανικού πνεύματος, ορυχείο γνώσης και βαθυστόχαστων ιδεών. Κατά τον Λέον Πολιακόφ, τα Θεμέλια, πέρα από τις φυλετικές τους ιδέες, είναι μια πολύ προσωπική ομολογία πίστης, η οποία ταίριαζε με αξιοσημείωτο τρόπο στις ανάγκες αναρίθμητων διανοιών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ