Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

DIETRICH ECKART - ΝΤΙΤΡΙΧ ΕΚΑΡΤ

Ο Ντίτριχ Έκαρτ (23 Μαρτίου 1868 - 26 Δεκεμβρίου 1923) ήταν Γερμανός δημοσιογράφος, φίλος και σημαντικός σύντροφος του Αδόλφου Χίτλερ, τον οποίο βοήθησε στην άνοδό του.
Ο Έκαρτ γεννήθηκε στο Νόιμαρκτ στο Άνω Παλατινάτο της Γερμανίας. Αφού εγκατέλειψε τις σπουδές Ιατρικής που πραγματοποιούσε στο Μόναχο, μεταβαίνει το 1899 στο Βερολίνο, όπου αποτυγχάνει σαν ποιητής και δραματουργός. Το 1913 επιστρέφει στο Μόναχο. Εκεί γίνεται μέλος της ακροδεξιάς "Εταιρείας της Θούλης" (Thule-Gesellschaft), για την οποία γράφει και δημοσιεύει άρθρα με ακροδεξιό και αντισημιτικό περιεχόμενο.
Το σύνθημα των Ναζί "Ξύπνα Γερμανία!" (Deutschland erwache!) είναι δική του επινόηση. Το 1920 γίνεται συντάκτης της κομματικής εφημερίδας του Χίτλερ "Λαϊκός Παρατηρητής". Ενάμιση μήνα μετά από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Χίτλερ παθαίνει συγκοπή και πεθαίνει στο Μπερχτεσγκάντεν στις 26 Δεκεμβρίου του 1923.
Το 1924 ο Χίτλερ δημοσιεύει το βιβλίο του "Mein Kampf", το οποίο αφιερώνει στον Ντίτριχ Έκαρτ. Το 1936 τον τιμά δίνοντας το όνομά του σε μία εγκατάσταση του Ολυμπιακού Σταδίου του Βερολίνου.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

JORG LANZ VON LIEBENFELS - ΓΙΕΡΓΚ ΛΑΝΤΖ ΦΟΝ ΛΙΜΠΕΝΦΕΛΣ

Ο Γιέργκ Λαντζ φον Λίμπενφελς (γερμ. Jörg Lanz von Liebenfels) (* 19 Ιουλίου 1874 στη Βιέννη, † 22 Απριλίου 1954 στη Βιέννη, ψευδώνυμο του Αδόλφου Ιωσήφ Λαντζ) ήταν Αυστριακός φυλετικός ιδεολόγος, αποκρυφιστής συγγραφέας και πρωτεργάτης της ναζιστικής ιδεολογίας στις αρχές του 20ού αιώνα.
Από το 1893 μέχρι το 1899 ο Λίμπενφελς είναι μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναχικού τάγματος των κιστερκιανών. Αφού τον αποκλείουν οι κιστερκιανοί, δημοσιεύει το 1904 ένα βιβλίο με τίτλο "Θεοζωολογία - Η επιστήμη των σοδομικών πιθηκοειδών και του θεϊκού ηλεκτρονίου" . Σε αυτό το βιβλίο υποστηρίζει τη ριζοσπαστική φυλετική πολιτική, δηλαδή, μεταξύ άλλων, την αποστείρωση των "κατωτέρων φυλών", την αυστηρή υποταγή της γυναίκας στον άριο άνδρα, όπως και την ευγονική τελειοποίηση της άριας φυλής μέσω γυναικών και «γαλανόματων ξανθών βοηθών» σε «μοναστήρια καλλιέργειας».
Ως μαθητής του αριοσοφιστή Γκουίντο φον Λιστ, ο Λίμπενφελς ιδρύει το 1905 την Εταιρεία Λιστ και το 1907 το Τάγμα του Νέου Ναού (Ordo Novi Templi), επηρεασμένο από την αποκρυφιστική παραφιλολογία σχετικά με τους Ιππότες του Ναού. Σκοπός αυτών των οργανώσεων είναι «η προώθηση της φυλετικής συνείδησης μέσω γενεαλογικής και φυλετικής μελέτης, καλλιστείων και ίδρυσης φυλετικών νησίδων του μέλλοντος σε υποανάπτυκτα μέρη του κόσμου».
Το 1905 δημοσιεύει τα πρώτα τεύχη του περιοδικού Οστάρα. Παρουσιάζει εκεί ένα είδος διεστραμμένου χριστιανισμού, όπου ο Χριστός διακηρύττει τη φυλετική καθαρότητα, οι άγγελοι είναι φυλετικά-βιολογικά ανώτερα πλάσματα και η Δευτέρα Παρουσία σημαίνει την τελική μάχη μεταξύ των άριων (άνθρωποι ξανθοί και γαλανομάτες) και των «ζωάνθρωπων» (έγχρωμοι και Εβραίοι). Η θρησκευτική αυτή θεωρία αποσκοπεί στην ενθάρρυνση των αντισημιτών, δίνοντάς τους ένα είδος θρησκευτικής βάσης. Για μία περίοδο τα περιοδικά αυτά διαβάζονται από 10.000 συνδρομητές (όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λίμπενφελς). Σε αυτούς ανήκει και ο Ντίτριχ Έκαρτ, ο οποίος στις δεκαετίες του 1910 και 1920 θα είναι ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Χίτλερ.
Ο Λίμπενφελς αναπτύσσει μεγάλους καταλόγους με μέτρα απόκρουσης των «φυλετικά κατώτερων». Με τον τρόπο αυτό προσχεδιάζει την πολιτική των SS όπως και του χιτλερικού καθεστώτος που θα ακολουθήσει χρόνια μετά.
Στο Mein Kampf ο Χίτλερ γράφει μεταξύ άλλων: «Με την αντίσταση κατά του Εβραίου αγωνίζομαι για το έργο του Κυρίου».
Με τα λόγια αυτά ο Χίτλερ φανερώνει τις επιρροές του από τον φον Λίμπενφελς.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

GUIDO VON LIST - ΓΚΟΥΙΝΤΟ ΦΟΝ ΛΙΣΤ

Ο Γκουίντο φον Λιστ (* 5 Οκτωβρίου 1848 στη Βιέννη, † 17 Μαΐου 1919 στο Βερολίνο) ήταν Αυστριακός αποκρυφιστικός συγγραφέας και ιδρυτής της αριοσοφίας.
Ήταν επηρεασμένος από τα γραπτά του Αρθούρου ντε Γκομπινώ και της Έλενα Μπλαβάτσκυ. Πίστευε στην ύπαρξη της «διεθνούς συνωμοσίας» των Εβραίων, η οποία αποτελούσε κίνδυνο για αυτό που πίστευε ότι είναι η άρια φυλή. Εκτός αυτού, πίστευε στη μαγική δύναμη των ρουνών. Και οι δύο αυτές «απόψεις» ήταν δημοφιλείς στη Δυτική Ευρώπη του 19ου αιώνα. Αναλόγως, οι αντιλήψεις του ήταν αποδεκτές από πολυάριθμες προσωπικότητες της εποχής του, όπως από τον «φυλετικό φιλόσοφο» Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν. Ένας από τους ιδεολογικούς του υποστηρικτές και διαδόχους ήταν ο Γιέργκ Λαντζ φον Λίμπενφελς. 
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

WALTHER VON BRAUCHITSCH - ΕΡΙΧ ΦΟΝ ΜΠΡΑΟΥΧΙΤΣ

Ο Έριχ Άλφρεντ Χέρμαν Βάλτερ φον Μπράουχιτς (Erich Alfred Hermann Walther von Brauchitch, 4 Οκτωβρίου 1881- 18 Οκτωβρίου 1948) ήταν Γερμανός στρατιωτικός.

Προερχόταν από πρωσική αριστοκρατική οικογένεια που είχε μεγάλη στρατιωτική παράδοση. Το 1912 διορίστηκε στο Γενικό Επιτελείο όπου και υπηρέτησε σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την ανακωχή αποστρατεύθηκε. Όταν, όμως, ο γερμανικός στρατός αναδιοργανώθηκε, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ο Μπράουχιτς επανήλθε στην Ράιχσβερ με τον βαθμό του ταγματάρχη. Το 1922 διορίσθηκε αρχηγός της Διεύθυνσης Πυροβολικού στο Υπουργείο των Στρατιωτικών και το 1930 προήχθη σε συνταγματάρχη και τοποθετήθηκε επικεφαλής της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Το 1931 προήχθη σε υποστράτηγο και ανέλαβε Αρχηγός του Γερμανικού Πυροβολικού και δύο χρόνια αργότερα ανέλαβε Στρατιωτικός Διοικητής της Ανατολικής Πρωσίας. Να σημειωθεί ότι η Συνθήκη απαγόρευε την κατοχή κανονιών μεγάλου διαμετρήματος στην Ράιχσβερ.
Λόγω του θαυμασμού του απέναντι στον Χίτλερ, γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη του Γερμανού δικτάτορα. Έτσι, το 1937 διορίστηκε Στρατιωτικός Διοικητής της περιοχής της Λειψίας και το 1938 Αρχηγός του Γερμανικού Στρατού και μέλος του μυστικού συμβουλίου της Εξωτερικής Πολιτικής. Ο Μπράουχιτς ηγήθηκε προσωπικά των στρατευμάτων που κατέλαβαν την Αυστρία (Άνσλους) το 1938 και αργότερα τη Σουδητία και την Τσεχοσλοβακία. Όταν ο Χίτλερ αποφάσισε να εισβάλει στη Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1939, ο Μπράουχιτς, έχοντας τη θέση του Αρχηγού του Επιτελείου της Βέρμαχτ, ανέλαβε και έφερε σε πέρας την επιχείρηση σε 19 ημέρες. Το ίδιο συνέβη και στην Γαλλία και τις Κάτω Χώρες την άνοιξη του 1940. Έπειτα από αυτές τις επιτυχίες, στις 19 Ιουλίου του 1940, ο Μπράουχιτς ονομάσθηκε στρατάρχης.
Το 1941 ο Μπράουχιτς ηγήθηκε των γερμανικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια και στη συνέχεια στην ΕΣΣΔ με ομολογουμένως απρόβλεπτη βραδύτητα (εποχιακά). Έτσι, λόγω της αποτυχίας της Βέρμαχτ, της οποίας ηγείτο, να καταλάβει τη Μόσχα, εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Τη θέση του ανέλαβε ο ίδιος ο Χίτλερ, ο οποίος έκτοτε (20 Δεκεμβρίου του 1941) ανέλαβε και την ηγεσία όλων των γερμανικών στρατευμάτων.
Ο Βάλτερ φον Μπράουχιτς συνελήφθη από τα συμμαχικά στρατεύματα μετά την κατάρρευση της Ναζιστικής Γερμανίας και πέθανε στις 18 Οκτωβρίου του 1948 στο βρετανικό νοσοκομείο του Αμβούργου, στο οποίο βρισκόταν κρατούμενος ως υπόδικος εγκληματίας πολέμου.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

FRANCESCO SOLIMENA - ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΟ ΣΟΛΙΜΕΝΑ

Φραντσέσκο Σολινέμα

Ο 
Φραντσέσκο ΣολινέμαΝάπολη (16571747), ήταν Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας. Επηρεάστηκε κυρίως από την τεχνοτροπία του Λούκα Τζαρτζάνο και επηρέασε σημαντικά τον Ματτία ΠρέτιΣημαντικότερα έργα του θεωρούνται οι τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Παύλου της Νάπολης καθώς και η τοιχογραφία: Το κυνήγι του Ηλιόδωρου στην εκκλησία του Ζεζού Νουόβο
, επίσης στη Νάπολη. Πρόκειται για τοιχογραφίες τεράστιων διαστάσεων με πολλές λεπτομέρειες προσώπων και αντικειμένων.ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ROUSSEAU - ΤΕΟΝΤΟΡ ΡΟΥΣΟ


Τεοντόρ Ρουσό

Ρουσό, Τεοντόρ (Théodore Rousseau, Παρίσι 1812 – Μπαρμπιζόν, Σεν-ε-Μαρν 1867). Γάλλος ζωγράφος.

Φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και ξεκίνησε να ζωγραφίζει τοπιογραφίες στην ύπαιθρο, κάτι που ήταν ιδιαίτερα επαναστατικό για την εποχή εκείνη.
Το 1831 και το 1834 έστειλε στο Σαλόν της γαλλικής πρωτεύουσας πίνακές του, τους οποίους είχε φιλοτεχνήσει στα δάση της Κομπιέν και στις όχθες του Σηκουάνα, αλλά τα έργα του θεωρήθηκαν υπερβολικά ρομαντικά από τους κλασικιστές κριτικούς που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στη Γαλλία, με αποτέλεσμα να μη δεχθούν το 1836 τον πίνακά του "Το κατέβασμα των αγελάδων"(1835, Μουσείο Mesdag, Χάγη) και να συνεχίσουν να απορρίπτουν έργα του για τα επόμενα χρόνια.
Στο μεταξύ, ο Ρουσό αποσύρθηκε απογοητευμένος στο χωριό Μπαρμπιζόν και ξεκίνησε να ζωγραφίζει στο δάσος του Φοντενεμπλό, όπου τον ακολούθησαν αργότερα ο Ζαν Φρανσουά Μιλέ, ο Βιρζίλ Ναρσίζ Ντιάζ ντε λα Πένια, ο Ζιλ Ντιπρέ και άλλοι καλλιτέχνες, που δημιούργησαν το λεγόμενη σχολή της Μπαρμπιζόν (βλ. λ. 
Μπαρμπιζ
όν, σχολή).
Παρά την καλλιτεχνική αξία των έργων του, οι πύλες του παρισινού Σαλόν παρέμειναν ερμητικά κλειστές για τον Ρ. έως την επανάσταση του 1848, ύστερα από την οποία κλήθηκε τον επόμενο χρόνο να εκθέσει τους πίνακές του. 
Η φήμη του άρχισε να εξαπλώνεται και το 1855 στο Διεθνή Έκθεση του Παρισιού του παραχωρήθηκε ολόκληρη αίθουσα, όπου εξέθεσε έργα που είχε φιλοτεχνήσει στο Φοντενεμπλό, στην Οβέρνη και στην Γκρανβίλ, ενώ λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1867, ανακηρύχθηκε πρόεδρος της κριτικής επιτροπής για το Σαλόν εκείνης της χρονιάς. Σήμερα, θεωρείται από του κριτικούς πρόδρομος των ιμπρεσιονιστών.
Από το
ygeiaonline

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

MANMOHAN SINGH - ΜΑΝΜΟΧΑΝ ΣΙΝΓΚ

Μανμοχάν Σινγκ

Ο Μανμόχαν Σινχ (मनमोहन सिंह,26 Σεπτεμβρίου 1932)  είναι Ινδός πολιτικός, πρωθυπουργός της Ινδίας από το 2004.
Γεννήθηκε στο Γκα, στο δυτικό Παντζάμπ, στις26 Σεπτεμβρίου του 1932.  Έγινε Πρωθυπουργός της χώρας στις 22 του Μάη 2004 με το Εθνικό Κόμμα του Κογκρέσου. Σιχ στο θρήσκευμα, ο Σινχ έγινε ο πρώτος Πρωθυπουργός της Ινδίας που δεν ανήκει στην πλειοψηφία της κοινότητας των Ινδουιστών. Προσπάθησε να αναμορφώσει την οικονομία της χώρας. Στις 22 Ιουλίου του 2008 η κυβέρνηση έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης. Υποσχέθηκε ότι θα προωθήσει την αμφιλεγόμενη συμφωνία συνεργασίας στο πυρηνικό πεδίο με τις ΗΠΑ. Η Αντοπολίτευση έκανε λόγο για εξαγορά ψήφων, κάτι που ασπάστηκαν και τα ΜΜΕ.Έπειτα από τη νίκη του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου στις γενικές εκλογές του 2009, ο Σινγκ επαναδιορίστηκε στην πρωθυπουργία στις 22 Μαΐου του 2009 . Έγινε έτσι ο πρώτος πρωθυπουργός της Ινδίας από την περίοδο του Γιαβαχαρλάλ Νεχρού που επέστρεψε στην εξουσία έχοντας προηγουμένως υπηρετήσει μια ολόκληρη πενταετή θητεία στο αξίωμα.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

LYRE - ΛΥΡΑ

Η λύρα είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο, γνωστό για τη χρήση του στην Κλασική Αρχαιότητα.

Κλασσική Αρχαιότητα
Η λύρα της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Κλασικής Αρχαιότητας συνόδευε την απαγγελία στίχων. Αν και γενικά πιστευόταν ότι την κατασκεύασε πρώτος ο Θεός Απόλλωνας, σύμφωνα με τη μυθολογία, εφευρέτης της θεωρείται ο Θεός Ερμής. Η λύρα της κλασικής αρχαιότητας είναι παρόμοια σε εμφάνιση με μικρή άρπα, αλλά με ορισμένες διαφορές. Αποτελούνταν από το αντηχείο, τους δύο βραχίονες και το ζυγό. Παιζόταν με τα χέρια με χρήση πένας (πλήκτρο), σαν κιθάρα ήσαντούρι, και όχι σαν άρπα. Τα δάκτυλα του ελεύθερου χεριού φιμώνουν τις ανεπιθύμητες συμβολοσειρές στην απήχηση.Αρχικά είχε 7 ή 8 χορδές, η καθεμιά από τις οποίες είχε κι ένα ιδιαίτερο όνομα. Ο ήχος της έμοιαζε με αυτόν της κιθάρας, αν και ήταν ξερός. Αργότερα εμφανίστηκαν και εννιάχορδες λύρες.

Βυζαντινή Περίοδος
Στην περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο όρος "λύρα" (Λατινικά: lūrā) χρησιμοποιούταν για να περιγράψει ένα αχλαδόμορφο μουσικό όργανο που παιζόταν με δοξάρι, αντίστοιχο του Ραμπάμπ (Rabab) που παιζόταν στον Αραβικό κόσμο της εποχής. O Πέρσης γεωγράφος Ibn Khurradadhbih του 9ου αιώνα, αναφερόμενος στην λεξικογραφική καταγωγή των μουσικών οργάνων της εποχής κατέγραψε την λύρα με δοξάρι (lūrā), μαζί με το εκκλησιαστικό όργανο (urghun), το shilyani (πιθανότατα ένα είδος άρπας), το salandj σαν τα τυπικά όργανα των Βυζαντινών . Όμοια τρίχορδα όργανα με δοξάρι, απόγονοι της βυζαντινής lūrā εξακολοθούν να παίζονται μέχρι σήμερα σε μετα-Βυζαντινές περιοχές, όπως για παράδειγμα, η Γκαντούλκα της Βουλγαρίας, η Κρητική λύρα της Κρήτης και των Δωδεκανήσων, η λύρα της Καλαβρίας Ιταλίας και η Πολίτικη Λύρα ή (Πολίτικος κεμεντζές) στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκία.

Σύνχρονη Εποχή
Μετεξέλιξη της Βυζαντινής λύρας με δοξάρι (lura) είναι οι σύγχρονες αχλαδόσχημες και φυαλόσχημες λύρες που χρησιμοποιούνται σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας και παίζονται με δοξάρι. Ακουστικά, έχουν κάποια ομοιότητα με το βιολί. Διαφορετικός όμως είναι ο τρόπος που κρατείται η λύρα, καθώς δεν ακουμπάει το σκάφος της στον λαιμό/κάτω γνάθο του οργανοπαίκτη όπως το βιολί αλλά ακουμπάει συνήθως στο γόνατο του όταν είναι καθιστός, η στηρίζεται στην κοιλιακή χώρα όταν είναι όρθιος. Στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται κυρίως στην Κρήτη (αχλαδόσχημη), τα Δωδεκάνησα, (ιδιαίτερα στη Κάσο και την Κάρπαθο, ενώ στη Ρόδο παιζόταν μέχρι την δεκαετία του '60, για να επανεμφανιστεί πρόσφατα χάρη στην παρουσία του Ροδίτη Γιάννη Κλαδάκη), αλλά και στην βόρεια Ελλάδα. Οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης είχαν την πολίτικη λύρα (αχλαδόσχημη) και τέλος οι Πόντιοι χρησιμοποιούν τη φυαλόσχημη λύρα που λέγεται κεμεντζές, ή ποντιακή λύρα.
Οι νεότερες λύρες έχουν 3 χορδές και λόγω του έντονου ακουστικά χαρακτήρα τους, αποτελούν το κύριο όργανο (solo) με συνηθισμένη την συνοδεία άλλων οργάνων, όπως το λαούτο, το νταούλι, τη τσαμπούνα, το μαντολίνο κτλ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

PLATYPUS - ΠΛΑΤΥΠΟΔΑ

ΠΛΑΤΥΠΟΔΑΣ
Ο 
πλατύποδας (Ornithorhynchus anatinus - Ορνιθόρυγχος ο παπίσιος) είναι ένα ημιυδρόβιο θηλαστικό ενδημικό στην ανατολική Αυστραλία, συμπεριλαμβανομένης και της Τασμανίας. Μαζί με τα τέσσερα υπάρχοντα είδη έχιδνας αποτελούν τα πέντε είδη μονοτρημάτων που είναι τα μόνα θηλαστικά που γεννούν αυγά αντί για νεογνά. Είναι ο μοναδικός επιζών αντιπρόσωπος της οικογένειάς του (Ornithorhynchidae) και του γένους του (Ornithorhynchus). Συγγενή είδη έχουν βρεθεί σε έναν αριθμό απολιθωμάτων. Η περίεργη εμφάνιση αυτού του ωοτόκου, δηλητηριώδους, θηλαστικού με ράμφος που θυμίζει αυτό της πάπιας, και ουρά σαν του κάστορα, και πόδια σαν αυτά της βίδρας ξάφνιασε τόσο του Ευρωπαίους φυσιοδίφες όταν το συνάντησαν για πρώτη φορά, ώστε κάποιοι το θεώρησαν ως μια περίτεχνη απάτη. Είναι ένα από τα λίγα δηλητηριώδη θηλαστικά. Ο αρσενικός πλατύπους έχει ένα κεντρί στο πίσω πόδι του που μπορεί να διοχετεύσει δηλητήριο ικανό να προκαλέσει έντονο πόνο στους ανθρώπους
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

FINCH - ΣΠΙΝΟΣ


Σπίνοι
Ως σπίνοι είναι γνωστά ωδικά πτηνά, τα οποία είναι κυρίως διαδεδομένα σε όλο το Βόρειο ημισφαίριο και ανήκουν στην οικογένεια Σπιζίδες. Η οικογένεια περιλαμβάνει πολλά γένη και είδη που απαντούν σχεδόν σε όλο τον κόσμο εκτός από την Αυστραλία. Ένα από τα πιο διαδεδομένα είδη είναι ο Φρυγίλλος ο άγαμος (Fringillia coelebs) κοινώς σπίνος, γνωστός και με τα ονόματα σπιγγάρι και τσόνης. Το ράμφος του είναι κοντό, ισχυρό και χοντρό στη βάση του. Η διαμόρφωση αυτή του επιτρέπει να σπάζει τα σκληρά περιβλήματα των σπόρων που αποτελούν την τροφή του. Τα είδη της οικογένειας αυτής, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της αναπαραγωγής, παρουσιάζουν φυλετικό διμορφισμό. Ορισμένα είδη της οικογένειας, όπως το καναρίνι κελαηδούν πολύ ωραία. Λέγεται ότι με το επίμονο κελάηδημά του μας προειδοποιεί για τον ερχομό του χιονιού. Θεωρείται χρήσιμο πουλί επειδή τρώει διάφορα έντομα από τα οποία κινδυνεύουν οι καλλιέργειες. Το τραγούδι του διαφέρει από περιοχή σε περιοχή και μπορεί να ακουστεί από το Φεβρουάριο έως το Σεπτέμβριο. Ένα άλλο κοινό είδος είναι οορόσπιζος (Fringilla montifringillia).
Τα μεγέθη τους δεν ξεπερνούν τα 23 εκατοστά. Διαθέτει κομψό παράστημα και όμορφο φτέρωμα με λαμπερά, εντυπωσιακά χρώματα. Η διαμόρφωση του φύλου είναι εμφανής. Τρέφεται με σπόρους, έντομα αλλά προτιμά και τα φρούτα και τα λαχανικά. Συνήθως σχηματίζει σμήνη με πουλιά του είδους του αλλά και μικτά. Κινείται με ευκολία είτε στο έδαφος για τροφή, είτε πετώντας.
Αναπαράγεται συνήθως την άνοιξη και γεννά 2 φορές τον χρόνο 3 έως 5 αυγά. Χτίζει τη φωλιά του σε σημείο τέτοιο ώστε να μην είναι ορατή προς τους εχθρούς του. Οι φωλιές χτίζονται από τα μέσα Απριλίου έως και τον Ιούλιο. Δείχνει προτίμηση σε μέρη με φυλλοβόλα δένδρα, κωνοφόρα και μικτά δάση, σε πάρκα, σε χώρους στάθμευσης και σε κήπους για την αναπαραγωγή του.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ