Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2010

PALACES AND PARKS OF POTSDAM AND BERLIN (GERMANY) - ΑΝΑΚΤΟΡΑ ΚΑΙ ΠΑΡΚΑ ΣΤΟ ΠΟΤΣΝΤΑΜ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ (ΓΕΡΜΑΝΙΑ)

Ανάκτορα και πάρκα στο Πότσνταμ και στο Βερολίνο
Ο γιος του Φρειδερίκου Γουλιέλμου της Πρωσίας, Φρειδερίκος Χοεντσόλερν, γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1712. Εκτός του ότι ήταν αναδιοργανωτής και αναστηλωτής του σώματος των εκλεκτόρων, μετά τον Τριακονταετή Πόλεμο, ο πατέρας του ήταν ευσεβής Λουθηρανός και ήθελε να εκπαιδεύσει τον γιο του σύμφωνα με τα αυστηρά έθιμα που ετοιμαζόταν να εισάγει στην αυλή του προκειμένου να ασχοληθεί με τα τεράστια χρέη που είχε κληρονομήσει από τον Φρειδερίκο Α΄. Όμως πλησίαζε ο αιώνας της Διαφώτισης και ο καλλιεργημένος αλλά επαναστάτης Φρειδερίκος Χοεντσόλερν επρόκειτο να αφήσει το στίγμα του στην Ευρώπη του 18ου αιώνα, εν μέρει λόγω των πολιτικών και στρατιωτικών ικανοτήτων του, αλλά κυρίως για τις προοδευτικές απόψεις του και για την πνευματική και καλλιτεχνική ώθηση που έδωσε στο βασίλειό του.
Η σιδηρά πειθαρχία στα ανάκτορα ώθησε τον νεαρό πρίγκιπα να προσπαθήσει να διαφύγει στην αυτή της Μεγάλης Βρετανίας, όμως η άκαμπτη αυστηρότητα του πατέρα του, του στοίχισε δύο χρόνια εγκλεισμό και περιορισμό του στο Κούστριν, όπου έγραψε δύο έργα πολιτικής φιλοσοφίας:
Το «Αντιμακιαβέλι» και τις «Οδηγίες για παιδεία του κληρονομικού πρίγκιπα». Στα έργα αυτά αντιπαρέβαλε τα κίνητρα του κράτους που εξετέθησαν από τον Ιταλό συγγραφέα με τα δικά του κριτήρια για τη δημιουργία καλής διοίκησης, ηθικής σύλληψης της δικαιοσύνης και πνευματικής απελευθέρωσης των ανθρώπων.
Ανήλθε στον θρόνο το 1740 και, μεταξύ 1742 και 1745, ο Φρειδερίκος Β΄ επωφελήθηκε από τις εντυπωσιακές στρατιωτικές πηγές που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του καταλαμβάνοντας τη Σιλεσία, την πλουσιότερη επαρχία των Αψβούργων, κερδίζοντας έτσι το προσωνύμιο Φρειδερίκος ο Μέγας. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου εφάρμοσε επίσης το πολιτιστικό του πρόγραμμα, προσλαμβάνοντας τον Γκεόργκ Βέντσεσλαους φον Κνόμπελσντορφ για να σχεδιάσει το καλοκαιρινό θέρετρο που κατασκευάστηκε στο Πότσνταμ σε μια περιοχή της υπαίθρου ανάμεσα στις λίμνες Χάβελ και Γκλίνικε. Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στην κορυφή ενός λόφου την 14η Απριλίου 1745 και το ανάκτορο Σαν Σουσί ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο χρόνια. Αυτό αποτέλεσε έκπληξη επειδή ο Φρειδερίκος είχε ζωηρές διαφωνίες με τον αρχιτέκτονα για την ιδέα του. Επί πλέον, ο ίδιος ο Φρειδερίκος ετοίμασε τα σχέδια του κτιρίου που επρόκειτο να γίνει σύμβολο του γερμανικού ροκοκό. Ο βασιλιάς δεν επιθυμούσε ένα πολυτελές ή φανταχτερό ανάκτορο, αλλά μια τοποθεσία όπου θα μπορούσε να ξεκουραστεί και αφοσιωθεί σε καλλιτεχνικές και πνευματικές δραστηριότητες. Η βόρεια είσοδος στο μονώροφο ανάκτορο ανοίγει με μια ημικυκλική κιονοστοιχία στη Βαϊνμπεργκτεράσε, μια σειρά από 6 διαδοχικά επίπεδα με κόγχες και αναρριχητικά φυτά, στο βάθος των οποίων βρίσκεται ένας κήπος μπαρόκ με μια λίμνη με σιντριβάνι στο μέσο της. Η νότια είσοδος είναι διακοσμημένη με 36 αγάλματα από αμμόπετρα που εναλλάσσονται με μεγάλα παράθυρα. Στο εσωτερικό, καλυμμένη με μια θολωτή οροφή, υπάρχει μια μεγάλη κυκλική μαρμάρινη αίθουσα που χρησίμευε σαν αίθουσα υποδοχής. Οι πτέρυγες σε κάθε πλευρά αυτής της αίθουσας δεν είχαν περισσότερα από 4 δωμάτια. Ο Φρειδερίκος ήθελε να παραμένει σε αυτό το οικείο και φιλήσυχο κτίριο από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο κάθε χρόνου, κάνοντας μακρινούς περιπάτους και διασκεδάζοντας τους επισκέπτες του, όπως τον γηραιό Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Βολτέρο. Προσκληθείς να οργανώσει την υπέροχη βιβλιοθήκη από ξύλο κέδρου που ήταν διακοσμημένη με επίχρυσο μπρούτζο, ο Γάλλος ηγέτης του Διαφωτισμού αποδέχτηκε τη φιλοξενία που του προσφέρθηκε από τον Φρειδερίκο Β΄ και παρέμεινε στο Σαν Σουσί από το 1750 μέχρι το 1753. Σε όλη αυτή την περίοδο εμπλούτισε τη βιβλιοθήκη με 2.200 τόμους γραμμένους στη γαλλική ή μεταφρασμένους σε αυτή τη γλώσσα, αλλά με αυτό τον τρόπο υιοθέτησε εκείνο που σταδιακά γινόταν απόλυτη και αδιάλλακτη μοναρχία. Νέα κτίρια. Ερείπια, υπερυψωμένες κατασκευές και κινέζικα τεϊοποτεία κατασκευάστηκαν εκ θεμελίων. Το 1763 κατασκευάστηκε η Μπιλντγκαλερί, πρώτα υπό τη διεύθυνση του Γιόχαν Γκότφριντ Μπούρινγκ για να στεγάσει 124 πίνακες Φλαμανδών, Ιταλών και Ολλανδών καλλιτεχνών, όπως ο Βαν Ντάικ, ο Ρούμπενς και ο Καραβάτζο. Πλήρως ικανοποιημένος ο Φρειδερίκος επιφόρτισε τον Μπούρινγκ με την κατασκευή μιας νέας και πιο επίσημης βασιλικής κατοικίας. Μέχρι το 1769 το πάρκο Σαν Σουσί (που είχε πλέον επεκταθεί και κάλυπτε 30 εκτάρια) περιείχε επίσης το Νόιεν Παλέ, το εντυπωσιακό και τελευταίο σύμβολο του γερμανικού μπαρόκ. Το μεγαλοπρεπές τριώροφο κτίριο έχει μήκος 220 μέτρα, διαθέτει στην κορυφή έναν τεράστιο θόλο σε σχήμα τυμπάνου και είναι διακοσμημένο με 428 μεγάλα γλυπτά. Περιέχει περισσότερα από 200 μεγάλα δωμάτια, εντυπωσιακή αυλή με κιονοστοιχίες και επίσημες αίθουσες υποδοχής διακοσμημένες με μάρμαρα και άλλους λίθους για να απαλλαγεί ο βασιλιάς από αυτές που αποκαλούσε «άσκοπες» μετακινήσεις στη μισητή «πατρική» πόλη του Βερολίνου. Κατασκευάστηκαν δύο κτίρια που βλέπουν προς το Νόιεν Παλέ για να στεγάσουν το προσωπικό, τις κουζίνες και άλλα βοηθητικά δωμάτια. Ο Φρειδερίκος ο Μέγας πέθανε στο Σαν Σουσί την 17η Αυγούστου 1786 αφού βασίλεψε επί 46 έτη. Η κληρονομιά της Μεγάλης Πρωσίας παρέμεινε σε ασφαλή χέρια ακόμη και αν η αρχιτεκτονική αντίληψη των διαδόχων του ήταν λιγότερο σταθερή. Ο ανιψιός του, Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄, επιθυμούσε επίσης να θέσει την προσωπική σφραγίδα του στην περιοχή του Πότσνταμ και έτσι σχεδίασε λεπτομερώς το υπέροχο Νόιεν Γκάρτεν με το ωραίο μαρμάρινο ανάκτορο μεταξύ 1787 και 1797 στις όχθες της θάλασσας Χάιλιγκερ. Εμπνευσμένος από τη ρομαντική αντίληψη της συζύγου του, κατασκεύασε επίσης ένα αισθητικά παρακμάζον ανάκτορο στο Πφαουενίνσελ (Νήσο του Παγονιού) που αργότερα μετασκευάστηκε σε αγγλικό κήπο από τον διάδοχό του, Φρειδερίκο Γουλιέλμο Γ΄. Ο δρόμος που οδήγησε στην οπισθοδρόμηση προς το αρχιτεκτονικό παρελθόν εκφραζόταν με σαφήνεια πλέον και τα κτίρια που κατασκευάζονταν κατά τον 19ο αιώνα στην Πρωσία επηρεάζονταν εμφανώς από αυτή την τάση. Το 1824 ο πρίγκιπας Κάρολος αγόρασε το κάστρο Γκλίνικε, αρχαία κατοικία που είχαν οι κόμητες Χάρντενμπεργκ και το μετασκεύασε σε ιταλικό νεοκλασικό ρυθμό, χρησιμοποιώντας κομμάτια από την αρχαιότητα που τοποθετούσε στους τοίχους του. Δύο χρόνια αργότερα, ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ έκτισε μια εντελώς νέα περιοχή στην πόλη Πότσνταμ – τη ρωσική αποικία με την ονομασία Αλεξαντρόφσκα – για τα μέλη της εκκλησιαστικής χορωδίας την οποία είχε στείλει ο τσάρος Αλέξανδρος Α΄ στην αυλή στο Βερολίνο. Αφού ανήλθε στον θρόνο το 1840 ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ έκανε τις μεγαλύτερες αλλαγές στον κήπο των απολαύσεων που είχε γίνει πλέον ο κήπος του Πότσνταμ. Ο «ρομαντικός βασιλιάς» σχεδίαζε να ενώσει την περιουσία των Σαρλότενχοφ, που ήταν αγροτική περιοχή μέχρι το 1825, με το πάρκο Σαν Σουσί. Με τη συμβολή αρχιτεκτόνων, όπως ο Σίνκελ, ο Πέρσιος και ο Λενέ, μεταμόρφωσε το κύριο κτίριο σε ένα μικρό ανάκτορο σε ρυθμό Μπίντερμεγερ, με εσωτερικά εμπνευσμένα από μωσαϊκά από τη πόλη της Πομπηίας. Κατασκεύασε εκ νέου την «ορανζερί», μετατρέποντάς την σε ένα επιβλητικό κλασικό-ρομαντικό κτίριο. Πάνω από όλα όμως, άλλαξε με δραματικό τρόπο το αγροτικό τοπίο, μετατρέποντάς το σε αγγλικό κήπο με τεράστια επίπεδα που καλύπτονταν από παρτέρια, μικρές λίμνες και θαμνώδεις εκτάσεις και κατασκεύασε εξαιρετικά κομψά ρωμαϊκά λουτρά, με αγάλματα, μωσαϊκά και τοιχογραφίες. Υπό τη διακυβέρνηση του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, το Πότσνταμ προικίστηκε με θρησκευτικά κτίρια. Πρώτα δημιουργήθηκε το Φρίντενσκιρχε (Ναός της Ειρήνης), το οποίο έχει ρυθμό βασιλικής με κωδωνοστάσιο αρχαίου χριστιανικού ρυθμού. Παρόμοιος είναι ο ναός του Σωτήρα του Σάκροφ, ο οποίος βρίσκεται στην ακτή της λίμνης Χάβελ μεταξύ του Νόιεν Γκάρτεν και του Πφαουενίνσελ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 συνεισέφερε ακόμη και ο πρίγκιπας Γουλιέλμος, νεότερος γιος του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ΄ και μελλοντικός αυτοκράτωρ Γουλιέλμος Α΄. Μετά από πολλούς δισταγμούς, ο πατέρας του, του είχε δώσει την ιδιοκτησία του Μπάμπελσμπεργκ κοντά στο Πότσνταμ. Μετά από πρόταση της συζύγου του, Αυγούστας της Σαξ Βαϊμάρης, το 1833 ο Γουλιέλμος άρχισε την κατασκευή μιας νεογοτθικής κατοικίας σε ρυθμό Τυδόρ, σχεδιασμένης απρόθυμα από τον Σίνκελ ο οποίος δεν ήταν υπέρ του μεσαιωνισμού. Ο συμβιβασμός μεταξύ του αρχιτέκτονα και της απαιτητικής πριγκίπισσας είχε σαν αποτέλεσμα ένα απλά διακοσμημένο κτίριο με καθαρές γραμμές που ξεχώριζαν έντονα στην ύπαιθρο. Για μια ακόμη φορά σχεδιασμένο από τον Λενέ σε τυπικό ρομαντικό ρυθμό, το πάρκο διέθετε ελικοειδή μονοπάτια που οδηγούσαν σε ξέφωτα με ασυνήθιστα κτιριακά περίπτερα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το Ματρόζενχαους, όπου κατοικούσε ο υπεύθυνος για τα βασιλικά σκάφη και άλλο ένα το Γκεριχτσλάουμπε, αίθουσα για τσάι κατασκευασμένη από πέτρα που προερχόταν από το αρχαίο δημαρχείο του Βερολίνου.
Με εξαίρεση το Καϊζερμπάνχοφ, τον αυτοκρατορικό σταθμό τρένων που κατασκευάστηκε μεταξύ 1905 και 1908 κοντά στο Νόιεν Παλέ, η μοναδική αλλαγή που έγινε στο Πότσνταμ κατά τον 20ο αιώνα ήταν το Σεσίλιενχοφ. Κατασκευασμένο στο Νόιεν Γκάρτεν για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄, είναι ένα απλό κτίριο που μοιάζει με αγγλικό αγρόκτημα. Ολοκληρώθηκε το 1916 λίγο πριν την παραίτηση του αυτοκράτορα και έτσι δεν κατοικήθηκε ποτέ από την αυτοκρατορική οικογένεια. Πάντως, μπήκε στην ιστορία σαν τοποθεσία της «Διάσκεψης του Πότσνταμ», την 2α Αυγούστου 1945, όταν ο Τσόρτσιλ, ο Τρούμαν και ο Στάλιν αποφάσισαν τις κυρώσεις που θα επιβάλλονταν στην ηττημένη Γερμανία και έθεσαν τέλος στο πανίσχυρο Ράιχ, το οποίο είχε δημιουργηθεί πριν από 2 αιώνες μετά από επιδέξιους πολιτικούς και στρατιωτικούς ελιγμούς του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α΄.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: