Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

HUMAN LEAGUE: DON' T YOU WANT ME

''ΟΛΗ Η ΔΟΞΑ, ΟΛΗ Η ΧΑΡΗ'': ΠΑΛΙΑ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

Όλη η δόξα, όλη η χάρη
Κοινωνική σατιρική σειρά 8 επεισοδίων των 45 λεπτών
Παραγωγή του Γιάννη Παναγιωτόπουλου
Σενάριο του Βασίλη Νεμέα
Σκηνοθεσία του Ανδρέα Θωμόπουλου
Ηθοποιοί Νίκος Καλογερόπουλος, Νόνη Ιωαννίδου, Φάνης Χηνάς, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Τζούλη Αργυροπούλου, Δημήτρης Καμπερίδης, Δημήτρης Τζουμάκης, Κωνσταντίνος Τζούμας, Γιώργος Σαμπάνης, Ντίνος Αυγουστίδης, Σμαράγδα Διαμαντίδου.
….Με την ευκαιρία της αδελφοποίησης μιας μικρής ελληνικής πόλης και μιας γαλλικής, αναδιοργανώνεται η άθλια επαρχιακή μπάντα. Γίνεται οντισιόν, προσλαμβάνονται νέοι μουσικοί και αρχίζουν εντατικές πρόβες. Οι σχέσεις, οι συγκρούσεις, οι έρωτες και τα προβλήματα που δημιουργούνται μεταξύ των μελών της μπάντας, αποτελούν το θέμα του σίριαλ….
Κοινωνική σατιρική αλληγορία πάνω στο χαρακτήρα του Έλληνα, τη τάση προς την ασυνεννοησία και τη καταστροφή που τον διακρίνει και το μικροαστικό όνειρο της αιώνιας φυγής που τον χαρακτηρίζει.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

''Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ'': ΠΑΛΙΑ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

Η παρέλαση
Διασκευή του διηγήματος του Κ. Καζαντζή «Η κυρία Λισάβετ»
Κοινωνική σειρά εποχής 8 επεισοδίων των 45 λεπτών
Πρεμιέρα στην ΕΤ1 τη Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 1989
Παραγωγή του Γιάννη Διαμαντόπουλου
Σκηνικά της Έρρικας Ευαγγελίδη
Φωτογραφία του Ανδρέα Σίνανου
Σενάριο των Στάθη Βαλούκου, Γιάννη Διαμαντόπουλου, Τόλη Καζαντζή και Βασίλη Σπηλιόπουλου.
Σκηνοθεσία του Γιάννη Διαμαντόπουλου
Ηθοποιοί Μπέτυ Βαλάση (κυρά-Λισάβετ), Πάνος Μιχαλόπουλος (Κοσμάς), Τατιάνα Παπαμόσχου (Μαρία), Τατιάνα Λύγαρη (Κυβέλη), Δέσποινα Μασκλαβάνου (Ευανθούλα), Γιάννης Καρατζογιάννης (Σταύρος), Έφη Μουρίκη (μαύρη), Σωκράτης Αλαφούζος (Ούγκο), Αθηνά Παππά, Κωνσταντίνα Σαββίδη.Η ιστορία μιας απλής λαϊκής γυναίκας, της κυρα-Λισάβετ, που μένει σε μια λαϊκή γειτονιά της Θεσσαλονίκης και μεγαλώνει τον τεμπέλη γιο της και τα τρία κορίτσια της προσπαθώντας να τα παντρέψει με χίλιες στερήσεις μέσα στη λαίλαπα των χρόνων της Κατοχής και του Εμφυλίου……Κοινωνική τοιχογραφία της κατοχικής Θεσσαλονίκης, στην οποία δεσπόζει η συμβολική μορφή της κυρα-Λισάβετ, της αιώνιας βασανισμένης μάνας. Τα τέσσερα παιδιά της, η σεμνή και χαμηλοβλεπούσα Ευανθούλα, η Κυβέλη που θέλει να βγει στο θέατρο, η πιο προσγειωμένη Μαρία και ο ανώριμος και κάπως αφελής Κοσμάς, που συνεταιρίζεται με τον μαυραγορίτη Σταύρο, αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις του χαρακτήρα του Έλληνα. Η τελική αποτυχία των σχεδίων της κυρα-Λισάβετ και η κάθοδός της προς αναζήτηση καλύτερης τύχης στην Αθήνα αποτυπώνουν συμβολικά την εξέλιξη της κοινωνικής ιστορίας του τόπου μας που σημαδεύτηκε από το κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης και τη μετακίνηση πληθυσμών προς την πρωτεύουσα...

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

Τρίτη 26 Μαΐου 2009

ΚΑΣΤΟΡΙΑ: ΚΥΠΕΛΛΟΥΧΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ 1980

Κύπελλο Ελλάδος ποδοσφαίρου αντρών 1980
Στη 38η διοργάνωση του κυπέλλου Ελλάδας 1979-80 μετείχαν συνολικά 58 ομάδες (18 Α' εθνικής και 40 Β' εθνικής κατηγορίας). Διεξήχθη σε 6 γύρους, συμπεριλαμβανομένου του τελικού.
Ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά έφτανε στην κατάκτηση του κυπέλλου ομάδα εκτός της Αττικής και της Θεσσαλονίκης. Ήταν η Καστοριά, η οποία έκανε την έκπληξη κερδίζοντας στον τελικό τον Ηρακλή με το εντυπωσιακό σκορ 5-2, ενώ παράλληλα εξασφάλισε για πρώτη και μοναδική ως τώρα φορά συμμετοχή της στο κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης.
Στην πορεία της προς τον τελικό η Καστοριά απέκλεισε διαδοχικά τους Εθνικό (με νίκη στην παράταση κι ενώ οι ηττημένοι είχαν συνολικά 5 δοκάρια), Καβάλα, Ολυμπιακό Λουτρακίου, Λάρισα και Μακεδονικό. Με τη σειρά του ο Ηρακλής απέκλεισε μόνο μία ομάδα Α' εθνικής, τον ΠΑΟΚ, μάλιστα και οι 2 αγώνες των ημιτελικών έγιναν στην έδρα του Ηρακλή, το Καυταντζόγλειο και συνοδεύτηκαν από καταγγελίες για απόπειρα δορωδοκίας από πλευράς Ηρακλή σε ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ, κάτι που σαν συνέπεια για τον Ηρακλή είχε την τιμωρία του με υποβιβασμό στη Β' εθνική.
Νωρίτερα ο ΠΑΟΚ είχε αποκλείσει διαδοχικά τους Ολυμπιακό, ΑΕΚ και Άρη πριν αποκλειστεί από τον συμπολίτη του Ηρακλή, ενώ και με τον αποκλεισμό του Παναθηναϊκού στον Β' γύρο από τον ΠΑΣ Γιάννινα, στην ουσία άνοιξε ο δρόμος προς τις 2 ομάδες - "αουτσάιντερ" να φτάσουν ως τον τελικό του κυπέλλου.
Από τους αγώνες του Α' γύρου ξεχώρισαν οι ευρείες σε έκταση νίκες που πέτυχαν Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΠΑΟΚ και Ηρακλής επί ομάδων Β' εθνικής. Πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης αναδείχθηκε ο Τάκης Τσιρώνης με 9 γκολ (τα 3 στον τελικό). Η επιτυχία της Καστοριάς άνοιξε το δρόμο σε αρκετούς ποδοσφαιριστές της να κάνουν σημαντικά βήματα στην καριέρα τους, καθώς τα επόμενα χρόνια παίκτες όπως οι Σαργκάνης, Σημαιοφορίδης, Παπαβασιλείου και Δίντσικος αποκτήθηκαν από τις 3 ομάδες του τέως ΠΟΚ.
Ο τελικός
Αθήνα, Γήπεδο Νέας Φιλαδέλφειας, Κυριακή 25 Μαΐου 1980
Καστοριά - Ηρακλής 5-2 (ημίχρονο: 1-1)
Σκόρερς: Παπαδόπουλος (40' αυτογκόλ), Δίντσικος (49'
κεφαλιά), Τσιρώνης (69' σουτ, 87' σουτ, 90' + 2' πέναλτυ) -- Καλαμπάκας (14' πέναλτυ), Μαυροδουλάκης (80' κεφαλιά)
Αποβολή: 54' Μιχαηλίδης
Διαιτητής: Βασίλης Βουράκης (Πειραιά) -- Επόπτες: Δέδες, Βασάρας
Εισιτήρια: 9.741
Τηλεοπτική μετάδοση: ΕΡΤ (Γιάννης Διακογιάννης)
Καστοριά
Νίκος Σαργκάνης (88' Σάκης Ερμείδης)
Λάζαρος Αλεξιάδης
Λάκης Σημαιοφορίδης
Γιώργος Παράσχος
Γιάννης Σιαπανίδης
Αντώνης Κόπανος
Γρηγόρης Παπαβασιλείου
Αργύρης Παπαβασιλείου
Γιάννης Δίντσικος (72' Γιώργος Χουνουζίδης)
Ανδρέας Βοϊτσίδης
Τάκης Τσιρώνης
Προπονητής
Σάββας Βασιλειάδης
Ηρακλής
Τάσος Παπαδόπουλος
Βασίλης Βούλγαρης
Γιάννης Μαυροδουλάκης (81' Ηλίας Αλεξιάδης)
Γιώργος Μιχαηλίδης
Χένρικ Βαβρόφσκι
Μπάμπης Ξανθόπουλος
Τάσος Καφκενάρης
Ηλίας Χατζηελευθερίου (70' Βαγγέλης Τσιρίκας)
Νίκος Καλαμπάκας
Βασίλης Χατζηπαναγής
Λάκης Παπαϊωάννου
Προπονητής
Κώστας Καραπατής
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

''ΧΑΙΡΕ ΤΑΣΟ ΚΑΡΑΤΑΣΟ'': ΠΑΛΙΟ ΣΙΡΙΑΛ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ


Χαίρε Τάσο Καρατάσο
Κοινωνικό σίριαλ 13 επεισοδίων των 45 λεπτών
Πρεμιέρα στην ΕΡΤ2 τη Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 1985
Παραγωγή και σκηνοθεσία του Γιάννη Σμαραγδή
Σκηνικά του Νίκου Πετρόπουλου
Φωτογραφία του Νίκου Σμαραγδή
Μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου
Σενάριο του Γιώργου Αρμένη
Ηθοποιοί Γιάννης Μόρτζος (Τάσος Καρατάσος), Βασίλης Διαμαντόπουλος (Επαμεινώνδας Μπαλτάς), Ηλίας Λογοθέτης (ενωμοτάρχης), Λήδα Πρωτοψάλτη (Βαγγελιώ Καρατάσου), Γιώργος Μοσχίδης (Ευδαίμων Καρατάσος), Ντίνα Κώνστα (Χαρίκλεια), Νίκος Καλογερόπουλος (τρελός), Ελένη Ράντου (Καλλιόπη Καρατάσου), Βασίλης Τσάγκλος (αγροφύλακας), Κώστας Τσάκωνας (κουρέας)
….όταν ο Πρόεδρος της Κοινότητας πεθαίνει από το πολύ φαγητό, η εξουσία του χωριού (διοικητής χωροφυλακής, αγροφύλακας, ο χαφιές κουρέας, η γραμματέας της Κοινότητας κλπ), συσκέπτεται, αποφασίζει και διορίζει Πρόεδρο το Τάσο Καρατάσο ακολουθώντας τη συμβουλή του «γεφυροποιού» παλαιού πολιτευτή της δεξιάς, Επαμεινώνδα Μπαλτά. Ο «δοτός» Τάσος Καρατάσος από τη μια στρογγυλοκάθεται στην εξουσία, από την άλλη έχει τύψεις γιατί συνεργάζεται με τους «κρατούντες». Στο μεταξύ οι κάτοικοι του χωριού, όπως συμβαίνει με κάθε αλλαγή της εξουσίας, νιώθουν πως ήρθε η ώρα να νομιμοποιήσουν τα αμαρτήματα του παρελθόντος (αυθαίρετα, καταπατήσεις, παρανομίες κλπ) και ζητούν συνέχεια ρουσφέτια από τον Πρόεδρο. Όταν πλησιάζει το τέλος της χούντας, ο Καρατάσος αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο της πολιτικής απομόνωσης και προσπαθεί ανεπιτυχώς να μπει στην ομάδα εξουσίας που δημιούργησε και πάλι ο πολιτευτής Μπαλτάς. Όμως με την αλλαγή του καθεστώτος γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Οι συγχωριανοί του τον δένουν εξευτελιστικά κάτω από το άγαλμα της κεντρικής πλατείας και στη συνέχεια τον διώχνουν για πάντα από το χωριό με τη ρετσινιά του «χουντικού», ρίχνοντας πάνω του το ανάθεμα, ενώ οι υπόλοιποι αποκαθίστανται σε νέες θέσεις…
Σάτιρα της «αποχουντοποίησης» μέσα από τη ζωή σε ένα τυπικό ελληνικό χωριό στα χρόνια της δικτατορίας και των πρώτων ημερών της μεταπολίτευσης. Η αποχουντοποίηση, οι διάφοροι «γεφυροποιοί» δηλαδή παλαιοί πολιτικοί που επεδίωκαν συνεργασία με τη χούντα, οι μικροί που συνήθως πληρώνουν τις αμαρτίες των ισχυρών και η μόνιμη τάση της ελληνικής κοινωνίας να αναζητά μάλλον αποδιοπομπαίους τράγους, παρά να αντιμετωπίζει σε βάθος τα προβλήματα, αποτελούν μερικά από τα καυτά και πολύ επίκαιρα θέματα που σατιρίζονται στο σίριαλ. Απετέλεσε μεγάλη επιτυχία και χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς ως «υποδειγματική λαϊκή σειρά».
ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΩΝ ΣΕΙΡΩΝ 1967-1998

VIDEO ΑΠΟ tsalk

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Αλέξανδρος Παπαναστασίου
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου ήταν Έλληνας κοινωνιολόγος και πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε και πρωθυπουργός.
Γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1876 στο Λεβίδι Αρκαδίας. Ήταν γιος του Παναγιώτη και της Μαριγώς Παπαναστασίου. Σπούδασε Νομική και κοινωνικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική και τη φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης, του Βερολίνου, του Λονδίνου και των Παρισίων.
Την εποχή που σπούδαζε στη Γερμανία, επικρατούσαν εκεί σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες επηρεάστηκε και ο τρόπος σκέψης του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τα θεωρητικά προβλήματα του συνεργατισμού και διαμόρφωσε μέσα του έντονες συνεταιριστικές αντιλήψεις. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1907 και την επόμενη χρονιά ίδρυσε την "Κοινωνιολογική Εταιρία" και ήταν συνιδρυτής (μαζί με τον Δελμούζο και τον Πετιμεζά) της "Ομάδας των Κοινωνιολόγων". Το 1910, μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρίας ίδρυσαν το Λαϊκό Κόμμα και στις εκλογές του ίδιου έτους ο Παπαναστασίου εκλέχτηκε βουλευτής. Έδωσε έντονες μάχες για την παραχώρηση των τσιφλικιών στους ακτήμονες της Θεσσαλίας.
Το 1916, ως βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων, προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και αντιπροσώπευσε την Επαναστατική Κυβέρνηση των Ιόνιων Νησιών. Το Μάρτιο του 1917 του ανατέθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης η Γενική Διοίκηση των Ιόνιων Νήσων.
Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου εξελέγη πολλές φορές βουλευτής (1910,1915,1923,1926,1928,1932,1933 και 1936). Από το 1917 ως το 1920 ήταν Υπουργός Συγκοινωνιών και προσωρινά Υπουργός περιθάλψεως και Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1922 προσυπέγραψε το Δημοκρατικό Μανιφέστο, με το οποίο καταγγέλθηκε η πολιτική των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων στο Μικρασιατικό. Για την πράξη αυτή συνελήφθη και φυλακίστηκε.
Το Μάρτιο του 1924 σχημάτισε κυβέρνηση με τη στήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, η οποία κατέθεσε στις 25 Μαρτίου του 1924 ψήφισμα στη Δ΄ Συντακτική Συνέλευση για την ανακύρηξη αβασίλευτης Δημοκρατίας, κηρύσσοντας έκπτωτη τη μοναρχία. Το ψήφισμα επικυρώθηκε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου 1924. Σημαντικά νομοθετήματα της πρωθυπουργίας του θεωρείται η ίδρυση Πανεπιστήμιου στη Θεσσαλονίκη, η αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας κ.ά.
Από το 1926 έως το 1928 διετέλεσε Υπουργός Γεωργίας στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζαΐμη. Εκεί εφάρμοσε κάποιες από τις συνεταιριστικές του ιδέες, υπέγραψε πρωτοκολλο για την ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας, και φρόντισε το θέμα των ακτημόνων κ.ά. Στις 26 Μαΐου 1932 πήρε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία ορκίστηκε αλλά παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως, στις 3 Ιουνίου 1932. Από τον Ιανουάριο έως το Μάρτιο του 1933 ήταν υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Γεωργίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 παραπέμφθηκε σε στρατοδικείο, αλλά απαλλάχθηκε.
Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της βαλκανικής ειρήνης και συνεργασίας και ίδρυσε την οργάνωση "Βαλκανική Ένωση" για το σκοπό αυτό. Αντιτάχθηκε στις δικτατορίες του Πάγκαλου και του Μεταξά. Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά τον έθεσε σε κατ' οίκον περιορισμό. Πέθανε ξαφνικά στις 17 Νοεμβρίου 1936 από ανακοπή καρδιάς.
Σήμερα, στο Λεβίδι της Αρκαδίας υπάρχει Μουσείο προς τιμήν της μνήμης του Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, το οποίο στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρχείου. Μάλιστα, πέραν των προσωπικών αντικειμένων του, φυλάσσεται και ο εγκέφαλος του Αρκά πολιτικού σε ειδικό χημικό υγρό.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΠΑΤΤΑΚΟΣ

Στυλιανός Παττακός
Γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912 στο χωριό Αγία Παρασκευή Ρεθύμνου. Το 1930 τελείωσε το Γυμνάσιο και την 1η Νοεμβρίου του ίδιου έτους κατατάχθηκε εθελοντής με το βαθμό του Δεκανέα, στο 4ο Σύνταγμα Ιππικού Θεσσαλονίκης. Το Σεπτέμβριο του 1934 κατατάχθηκε μετά από εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων, από όπου αποφοίτησε το 1937, με το βαθμό του Ανθυπίλαρχου. Τον Αύγουστο του 1940 προήχθη σε Υπολοχαγό ενώ υπηρετούσε στο Δ΄ Σύνταγμα Ιππικού Ελευθερούπολης Καβάλας. Στον ελληνοιταλικό πόλεμο πολέμησε ως διοικητής Ίλης πολυβόλων της Ι Ιας Ομάδας Αναγνωρίσεως της Ι Ιας Μεραρχίας Πεζικού από τις 28 Οκτωβρίου 1940, έως το τέλος του Ιανουαρίου 1941. Έως το τέλος Απριλίου 1941 πολέμησε μετά από αίτησή του, ως διοικητής του 5ου Λόχου Πεζικού σε συνεχείς μάχες στον «πράσινο λόφο» νότια του Τεπελενίου. Παρασημοφορήθηκε, διότι κατά τη Κατοχή ήταν μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης «ΟΜΗΡΟΣ». Έλαβε μέρος στα «Δεκεμβριανά» ενώ κατά τον εμφύλιο πόλεμο πολέμησε ως διοικητής ίλης αρμάτων ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ, σε αρκετά σημεία της Βορείου Ελλάδας. Παρασημοφορήθηκε με 3 Αριστεία Ανδρείας, 7 Πολεμικούς Σταυρούς, 2 Μετάλλια Εξαίρετων Πράξεων και με όλα τα προβλεπόμενα σε καιρό ειρήνης μετάλλια και παράσημα.
Στις 21 Απριλίου 1967 συμμετείχε (ως ανώτερος αξιωματικός, μαζί με τους συνταγματάρχες Παπαδόπουλο και Μακαρέζο) στο στρατιωτικό πραξικόπημα, ως διοικητής του Συγκροτήματος Τεθωρακισμένων, που είχε έδρα το Γουδί, φέροντας το βαθμό του Ταξιάρχου. Στις 5 η ώρα της ίδιας μέρας, ορκίστηκε Υπουργός Εσωτερικών. Μετά το αποτυχημένο «βασιλικό» κίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967 αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Υποστρατήγου και ορκίστηκε Αντιπρόεδρος της Στρατιωτικής κυβέρνησης ενώ παρέμεινε Υπουργός Εσωτερικών. Κατά τη διάρκεια της θητείας του σ΄ αυτά τα καθήκοντα του απονεμήθηκαν παράσημα από 11 κράτη που επισκέφτηκε. Στις 8 Οκτωβρίου 1973 παραιτήθηκε από όλα του τα αξιώματα και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 23 Οκτωβρίου 1974 συνελήφθη και μεταφέρθηκε στη νήσο Κέα, ενώ στις 20 Ιανουαρίου 1975 προφυλακίστηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. Στη δίκη που ακολούθησε για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967,το Πενταμελές Εφετείο τον έκρινε ένοχο "εσχάτης προδοσίας" και τον καταδίκασε σε θάνατο (καθαιρέθηκε και έφερε πλέον το βαθμό του Στρατιώτη) αλλά η παραπάνω ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη . Στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 αποφυλακίστηκε λόγω «ανηκέστου βλάβης της υγείας του» με την υποχρέωση να δίνει το παρόν ανά 15 ημέρες στο Αστυνομικό τμήμα της περιοχής του)και η παραπάνω απόφαση ανανεώνεται ανά 5 μήνες κατόπιν δικαστικής αποφάσεως 3μελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Σήμερα, ζει πάμφτωχος στο σπίτι της γυναίκας του στα Άνω Πατήσια χωρίς σύνταξη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ παραμένει αμετανόητος, λέγοντας ότι «θα τον κρίνει η Ιστορία».....

Συγγραφικό έργο
Το
1991 εκδόθηκε το Απόρρητο ημερολόγιο του Στυλιανού Παττακού, όπως υποστηρίζει ο Παττακός χωρίς την έγκρισή του. Επίσης εκδόθηκαν και κυκλοφορούν τα εξής βιβλία του:
21η Απριλίου 1967. ΔΙΑΤΙ; ΠΟΙΟΙ; ΠΩΣ;
Οδυσσεύς Μιλτ. Αγγελής Ο στρατηγός των στρατηγών
21 Απριλίου 1967 - 8 Οκτωβρίου 1973 Ημέραι και Έργα
Οδοιπορικόν ενός στρατιώτου 90 ετών
Δυστυχώς ενικήσαμεν. Αυτά διά την Ιστορίαν Α΄Μέρος
Δυστυχώς ενικήσαμεν. Όσα αληθή όσα δίκαια!... Β΄Μέρος Κάϊν διατί; Κομμουνιστοσυμμοριτοπόλεμος 1941-1949
Διαξιφισμοί. Διά την Τιμήν & την Αλήθειαν
Εις τας επάλξεις! Με τον Σταυρόν, την αρετήν και το σπαθί
Γενναίοι ως Έλληνες. Το υπέρλαμπρον έπος του 1940

ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΙΓΙΑΝΝΗΣ

Κώστας Κολιγιάννης
Ο Κώστας Κολιγιάννης (Ελλοπία Βοιωτίας, 1909; – Βουδαπέστη, 5 Σεπτεμβρίου 1979) ήταν στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), στο οποίο διετέλεσε α΄ γραμματέας από το 1961 έως το 1972.
Έγινε μέλος της ΟΚΝΕ στη δεκαετία του 1930. Επί Μεταξά, συνελήφθη και κλείστηκε αρχικά στη φυλακή της Ακροναυπλίας και αργότερα στη φυλακή της Πύλου, απ' όπου δραπέτευσε το 1943.
Το 1945 εκλέχθηκε αναπληρωματικό μέλος και το 1949 τακτικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής (ΚΕ) του ΚΚΕ. Έλαβε ενεργά μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο και διέφυγε κατόπιν στην Ανατολική Ευρώπη. Τον Νοέμβριο του 1952 εξελέγη μέλος του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του κόμματος.
Το 1955 τάχθηκε κατά του Ζαχαριάδη και, όταν ο τελευταίος καθαιρέθηκε το 1956, ανέλαβε τα καθήκοντα του γραμματέα του κόμματος. Επισήμως διετέλεσε α΄ γραμματέας του ΚΚΕ από το 1961 έως το 1972.
Το 1965, ο Κολιγιάννης ήρθε σε ρήξη με τον Μήτσο Παρτσαλίδη και άλλα στελέχη του ΚΚΕ για το θέμα της σύνθεσης της ΚΕ από εκπροσώπους του «εσωτερικού» (τα μέλη του εκτός νόμου ΚΚΕ που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, κυρίως μέσω της ΕΔΑ) και εκπροσώπους του «εξωτερικού» (τους πολιτικούς προσφύγες στην Ανατολική Ευρώπη). Η ρήξη αυτή είχε ρίζες ιδεολογικές και σχετίζονταν περισσότερο με τις σχέσεις του ΚΚΕ με το αντίστοιχο κόμμα της ΕΣΣΔ καθώς και τη θέση του ΚΚΕ απέναντι στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής εκείνης.
Κατά την 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, στο Βουκουρέστι τον Φεβρουάριο του 1968, ο φιλοσοβιετικός Κολιγιάννης και η ομάδα του επικράτησαν, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το κόμμα σε διάσπαση και να δημιουργηθεί τελικά το ΚΚΕ Εσωτερικού από τους διαφωνούντες. Το 1972 παραιτήθηκε από τη θέση του γραμματέα «λόγω ασθένειας». Η 17η Ολομέλεια της ΚΕ, που έγινε εν απουσία του τον Δεκέμβριο του 1972, εξέλεξε ως αντικαταστάτη του τον Χαρίλαο Φλωράκη.
Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στην Ουγγαρία, όπου και πέθανε στις 5 Σεπτεμβρίου 1979. Η κηδεία του και η ταφή της σωρού του έγιναν λίγες ημέρες μετά στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ελλοπία Βοιωτίας.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

KARL DOENITZ - ΚΑΡΛ ΝΤΕΝΙΤΣ

Καρλ Ντένιτς
Ο Αρχιναύαρχος (Grossadmiral) Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz, 16 Σεπτεμβρίου 1891 -24 Δεκεμβρίου 1980) ήταν ο ηγέτης του στόλου υποβρυχίων (Befehlshaber der Unterseeboote) της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Μετά την παραίτηση του Αρχιναυάρχου Έριχ Ρέντερ (Erich Röder) από την ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine) ανέλαβε την αρχηγία του και, ύστερα από την αυτοκτονία του Χίτλερ, στις 30 Απριλίου 1945, ανέλαβε τα καθήκοντά του για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.
Σταδιοδρομία
Ο Ντένιτς γεννήθηκε στο Γκρύναου (Grünau) του Βερολίνου, μικρότερος γιος του μηχανικού Εμίλ Ντένιτς και της Άννα Μπέγερ (Anna Beyer). Μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Φρίντριχ. Στις 4 Απριλίου 1910 κατατάχθηκε στη Ναυτική Ακαδημία του Αυτοκρατορικού Ναυτικού (Kaiserliche Marine) ως ναυτικός δόκιμος (Seekadett) και ένα χρόνο αργότερα έλαβε το βαθμό του σημαιοφόρου (Fähnrich zur See). Το 1913 προάχθηκε σε ανθυποπλοίαρχο (Leutnant zur See) και, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τοποθετήθηκε στο ελαφρύ καταδρομικό Μπρέσλαου (SMS Breslau), το οποίο βρισκόταν τότε στη Μεσόγειο. Το 1914 το πλοίο του, μαζί με το "Γκέμπεν" (SMS Goeben) πωλήθηκαν στο Ναυτικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ενεπλάκη σε ναυμαχίες στην Μαύρη Θάλασσα με το Ναυτικό του Τσάρου.
Τον Μάρτιο του 1916 νέα προαγωγή του δίνει τον βαθμό του υποπλοιάρχου ((Oberleutnant zur See). Λίγο καιρό αργότερα το πλοίο του (μετονομασμένο πλέον σε "Midilli") επανέρχεται για επισκευές και ο Ντένιτς τοποθετείται προσωρινά ως Διοικητής στο μικρό αεροδρόμιο των Δαρδανελλίων. Από εκεί κάνει αίτηση για να μετατεθεί στις υποβρύχιες ναυτικές δυνάμεις και η αίτησή του ικανοποιείται τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τοποθετείται ως αξιωματικός παρατήρησης στο υποβρύχιο U-39 και τον Φεβρουάριο του 1918 αναλαμβάνει, ως Κυβερνήτης, το υποβρύχιο UC-25. Σε αυτό παραμένει ως τις αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε και μετατίθεται στο UB-68. Το σκάφος του βυθίζεται στις 4 Οκτωβρίου από βρετανικές δυνάμεις, παρασύροντας 6 μέλη του πληρώματός του, ο Ντένιτς όμως γλιτώνει και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος των Βρετανών. Η λήξη του Πολέμου επέρχεται το 1918, αλλά ο Ντένιτς απελευθερώνεται και επιστρέφει στην Γερμανία το 1919.
Κατά το Μεσοπόλεμο
Ο Ντένιτς παραμένει στο Ναυτικό και, το 1921, ονομάζεται υποπλοίαρχος του αναδιοργανωμένου Ναυτικού (Vorläufige Reichsmarine), το οποίο υπόκειται, και αυτό, στους όρους που υπαγορεύει η Συνθήκη των Βερσαλλιών. Τα υποβρύχια, φυσικά, απαγορεύονται και ο Ντένιτς τοποθετείται Κυβερνήτης σε τορπιλοβόλα μέχρι το 1928, οπότε και προάγεται σε Πλωτάρχη (Korvettenkapitän). Το 1933 προάγεται σε Αντιπλοίαρχο (Fregattenkapitän) και του ανατίθεται η διοίκηση του καταδρομικού "Έμντεν" (Emden), το οποίο είχε ως αποστολή την εκπαίδευση χαμηλόβαθμων αξιωματικών του Ναυτικού. Την 1η Σεπτεμβρίου ονομάζεται Πλοίαρχος (Kapitän zur See) και τοποθετείται επικεφαλής του 1ου υποβρυχιακού στόλου (ο οποίος, τότε, διέθετε μόνο τρία πολύ μικρά σκάφη, τα U-7, U-8 και U-9). Το 1935 το Ναυτικό μετονομάζεται από Reichsmarine σε Kriegsmarine και το Ναζιστικό καθεστώς αγνοεί όλες τις απαγορεύσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών, αρχίζοντας από τα υποβρύχια. Το 1936 ο Ντένιτς τοποθετείται επικεφαλής ολόκληρου του Στόλου Υποβρυχίων (Führer der Unterseeboote (FdU)).
Σύντομα έρχεται σε αντίθεση με τον Αρχιναύαρχο Έριχ Ρέντερ, ο οποίος δεν ήταν ιδιαίτερος υποστηρικτής του υποβρύχιου όπλου. Έρχεται, απο κοινού με τον Ρέντερ, σε σύγκρουση και με τον Χέρμαν Γκέρινγκ, ο οποίος, ως υπεύθυνος του τετραετούς σχεδίου ανάπτυξης του Ράιχ, αρνείται να διαθέσει πόρους για την ανάπτυξη ισχυρού Ναυτικού και, φυσικά, και του στόλου των υποβρυχίων. Ο ίδιος ο Ντένιτς υποστήριξε ότι, αν επρόκειτο να αντιπαρατεθεί με τον Βρετανικό Στόλο, θα χρειαζόταν περίπου 1.000 υποβρύχια. Ο σχεδιασμός του Γερμανικού Ναυτικού, ωστόσο, δεν επέτρεψε στην Γερμανία να διαθέτει, το 1939, περισσότερα από 57, τα οποία ήσαν ολοσχερώς ακατάλληλα για δράση στον Ατλαντικό Ωκεανό (ήταν εκτοπίσματος μόνον 250 τόνων) και, αρχικά, λόγω έλλειψης επαρκούς οργάνωσης, δεν ήταν δυνατή η ταυτόχρονη παρουσία 5 - 6 σκαφών στη θάλασσα. Παράλληλα, ωστόσο, πρότεινε, ήδη από το 1936, μια στρατηγική για την εξουδετέρωση της Βρετανίας σε περίπτωση πολέμου: Να υπάρξει ένας υποβρυχιακός στόλος αρκετά ισχυρός, ώστε να κτυπήσει τα εμπορικά σκάφη της Βρετανίας και, κυρίως, τα μεταφορικά καυσίμων (τάνκερ). Έτσι, με σχετικά μικρότερο κίνδυνο, θα μπορούσε να στερήσει από την Βρετανία τους απαραίτητους πόρους για να κινήσει τα πολεμικά σκάφη της. Ζήτησε, λοιπόν, την κατασκευή 300 υποβρυχίων του νεότερου (και μεγαλύτερου) τύπου "Type VIIB". Η κατασκευή πράγματι ξεκίνησε, αλλά ελάχιστα σκάφη ήταν έτοιμα όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος με την Βρετανία, ενώ ποτέ δεν έφθασε τον προβλεπόμενο αριθμό παραγωγής (25 σκάφη ανά μήνα).
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Η σύρραξη βρίσκει τον Ντένιτς επικεφαλής του υποβρυχιακού στόλου. Βλέποντας ότι δεν διαθέτει μεγάλο αριθμό των απαραίτητων σκαφών (πράγματι, δεν μπορούσε να διαθέσει ταυτόχρονα πάνω από 7-8 σκάφη στον Ατλαντικό), αποφασίζει την υιοθέτηση μιας νέας τακτικής, της "τακτικής των λύκων" (Rudeltaktik): Ειδοποιημένα από ένα σκάφος, τρία ή τέσσερα άλλα υποβρύχια επιτηρούν μια νηοπομπή, στην οποία επιτίθενται, όλα μαζί, όποτε βρουν την κατάλληλη ευκαιρία, συνήθως την νύκτα και πλέοντας στην επιφάνεια. Παρά τις ελλείψεις σε σκάφη, η τακτική αυτή αποδίδει και επιφέρει στον Βρετανικό (και στη συνέχεια στον Συμμαχικό) εμπορικό Στόλο τρομακτικές ζημιές. Ο Ντένιτς στηρίζεται σε δύο παράγοντες: Στην αρχική - σχεδόν ολοσχερή - έλλειψη οργάνωσης ανθυποβρυχιακού πολέμου από πλευράς Βρετανών και στην τόλμη των Κυβερνητών των σκαφών του.
Το πρώτο Βρετανικό σκάφος που βύθισαν τα υποβρύχια του Ντένιτς ήταν, στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, το υπερωκεάνειο "Αθίνια" (Athenia), 13.500 τόνων. Θύματα συνολικά 112 επιβάτες, από τους οποίους 28 Αμερικανοί. Το Ναζιστικό καθεστώς προβάλλει με περίεργο τρόπο το γεγονός: Αρνείται την καταβύθιση του σκάφους από γερμανικό υποβρύχιο και, μέσω της εφημερίδας "Völkischer Beobachter" (Λαϊκός Παρατηρητής), οργάνου του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος υποστηρίζει ότι ο Ουίνστων Τσώρτσιλ, τότε επικεφαλής του Βρετανικού Ναυαρχείου, έβαλε μια "καταχθόνια συσκευή" στο σκάφος, χωρίς να λάβει υπόψη του τους 1500 επιβάτες του, για να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Γερμανίας - ΗΠΑ. Η εφημερίδα, ως όργανο προπαγάνδας, ψεύδεται: Το "Αθίνια" βυθίστηκε από το γερμανικό U-30 , με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Φριτς - Γιούλιους Λεμπ (Fritz-Julius Lemp) . Το "Αθίνια" είναι το πρώτο από συνολικά 2.603 πλοία κάθε εθνικότητας που θα βυθίσουν τα υποβρύχια του Ντένιτς κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ακολούθησε, δύο μέρες αργότερα, το ατμόπλοιο "Ρόγιαλ Σεπτρ" (Royal Sceptre) από το υποβρύχιο U-48 με κυβερνήτη τον Χέρμπερτ Σούλτσε (Herbert Schultze), ο οποίος, μάλιστα, έστειλε τηλεγράφημα στο Βρετανικό Ναυαρχείο (υπόψιν κ. Τσώρτσιλ προσωπικώς), ανακοινώνοντας την θέση βύθισης του σκάφους (300 μίλια νότια του ακρωτ. Φινιστέρου) και ζητώντας να ληφθεί μέριμνα για την περισυλλογή των επιζώντων (εννέα μέλη του πληρώματος και ο Πλοίαρχος είχαν φονευθεί από τα πυρά του υποβρυχίου).
Ο υποβρυχιακός πόλεμος προκάλεσε σημαντικά προβλήματα στους Άγγλους, ακόμη και όταν αυτοί οργάνωσαν ανθυποβρυχιακό πόλεμο. Η τόλμη των Γερμανών κυβερνητών ήταν τέτοια, που έφθασαν να τορπιλίσουν σκάφη μέχρι και στο εσωτερικό αγγλικών ναυτικών βάσεων και στον Κόλπο της Νέας Υόρκης. Η πλήρης χρεωκοπία, ωστόσο, του πολέμου των υποβρυχίων επήλθε όταν Αμερικανοί και Βρετανοί εφοδίασαν σκάφη συνοδείας με ραντάρ μεγάλης ακτίνας: Τα γερμανικά υποβρύχια, ως τότε, αναδύονταν μόλις νύχτωνε, για να ανανεώσουν τον αέρα στο εσωτερικό τους, να φορτίσουν τους συσσωρευτές τους και να αντισταθμίσουν την βραδύτητα της εν καταδύσει πορείας (η οποία έφθανε μόλις τους 7 έως 8 κόμβους). Με τη βοήθεια του ραντάρ οι Σύμμαχοι τα εντόπιζαν και εξαπέλυαν συντονισμένες επιθέσεις εναντίον τους, συχνά με αεροσκάφη. Ο Ντένιτς, ο οποίος είχε πρόσφατα θέσει σε υπηρεσία υποβρύχια - ανεφοδιαστικά υποβρυχίων (μετέφεραν μέχρι 600 τόνους μαζούτ), όταν πληροφορήθηκε τις συνθήκες καταβύθισης των σκαφών του πρότεινε στον Χίτλερ τον περιορισμό των εξόδων και την κατασκευή άλλου τύπου υποβρυχίων. Ο Φύρερ εξεμάνη, λέγοντάς του ότι αυτά είναι αποκυήματα της φαντασίας του και οι Αγγλοαμερικανοί δεν μπορούν να εποπτεύουν ολόκληρο ωκεανό. Ο Ντένιτς υποχρεώνεται να εντείνει ξανά τις περιπολίες των σκαφών του, αλλά η απώλεια 25 σκαφών μέσα σε λιγότερο από μήνα τον δικαιώνει. Υιοθετεί το "σνόρχελ", ένα σωλήνα με βαλβίδα που επιτρέπει στα υποβρύχια να πλέουν με τους πετρελαιοκινητήρες σε κατάδυση, αλλά η κατάσταση δεν βελτιώνεται ούτε ύστερα από αυτό. Παρά τις κραυγές του Χίτλερ "αν εγκαταλείψω τον υποβρυχιακό πόλεμο, η τάφρος ασφαλείας μας, που είναι ο Ατλαντικός, δεν θα υπάρχει πλέον", ο Ντένιτς περιορίζει τις υποβρύχιες περιπολίες, για έναν ακόμη λόγο: Αν και τα γερμανικά ναυπηγεία καταφέρνουν να παραδίδουν ικανοποιητικό αριθμό υποβρυχίων, αυτά που δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να αντικατασταθούν, είναι τα έμπειρα πληρώματα που χάνονται με την απώλεια κάθε υποβρυχίου.
Ο Ντένιτς έχει έναν ακόμη λόγο να χαλαρώνει τον υποβρυχιακό πόλεμο: Από τις 30 Ιανουαρίου 1943, οπότε και ο Αρχιναύαρχος Ρέντερ παραιτείται, ακούγοντας τον Χίτλερ να προτίθεται να διαλύσει ολόκληρο τον Στόλο επιφανείας, ο Ντένιτς αναλαμβάνει Αρχηγός του Ναυτικού (Oberbefehlshaber der Kriegsmarine). Αυτός καταφέρνει να μεταπείσει τον Χίτλερ να διατηρήσει τα σκάφη επιφανείας, τα οποία, ωστόσο, είναι ολοσχερώς ανεπαρκή για σοβαρές ναυτικές αποστολές. Η ανεπάρκεια του Γερμανικού Ναυτικού θα καταδειχθεί με τον πλέον σαφή τρόπο, κατά την Απόβαση της Νορμανδίας, στις αρχές του Ιουνίου του 1944: απέναντι στον επιβλητικό Συμμαχικό στόλο εμφανίζεται ένα και μοναδικό αντιτορπιλικό, το οποίο ρίχνει συνολικά μία οβίδα, πριν εξαφανιστεί από καταιγισμό οβίδων μεγάλου διαμετρήματος. Τα υποβρύχια, παρεμποδιζόμενα από υποβρύχια δίκτυα και αποτελεσματικά ναρκοπέδια, δεν βυθίζουν παρά μόνο ένα αντιτορπιλικό και ένα εμπορικό βοηθητικό σκάφος. Το Kriegsmarine είναι ολοσχερώς ανίσχυρο να προβάλει έστω και την παραμικρή αντίσταση κατά του Στόλου απόβασης.
Στις 30 Απριλίου 1945 ο Χίτλερ αυτοκτονεί. Στην διαθήκη του ονομάζει Αρχηγό του Κράτους (Staatsoberhaupt) - και όχι Φύρερ - τον Καρλ Ντένιτς. Η ενέργεια αυτή αρχικά προκάλεσε κατάπληξη, ωστόσο είναι σχετικά εύκολα εξηγήσιμη: Πιστεύοντας ότι οι Γκέρινγκ και Χίμλερ τον είχαν προδώσει, όπως και οι αρχηγοί της Βέρμαχτ, ο Αρχηγός του Ναυτικού, επειδή διέθετε απελπιστικά μικρή ισχύ, θα ήταν αυτός που, εξ ορισμού, θα μπορούσε να τον διαδεχτεί.
Την 1η Μαΐου 1945 ο Ντένιτς προσπάθησε να σχηματίσει Κυβέρνηση. Ο Γιόζεφ Γκέμπελς, τον οποίο ο Χίτλερ είχε ορίσει Καγκελάριο, είχε αυτοκτονήσει και την θέση ζήτησε ο Χίμλερ. Ο Ντένιτς αρνήθηκε, διόρισε τον Λουτς Σβέριν φον Κρόσιγκ (Lutz Graf Schwerin von Krosigk) ως Καγκελάριο, διόρισε τον Χίμλερ Υπουργό Εσωτερικών και τον απέπεμψε στις 6 του μηνός. Ωστόσο, η περιοχή που παρέμενε ακόμη στον έλεγχο των Γερμανών ήταν μια μικρή έκταση γύρω από την πόλη Φλένσμπουργκ (Flensburg) κοντά στα σύνορα με την Δανία. Έτσι, ο Ναύαρχος βλέποντας ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη, έδωσε εντολή, στις 4 Μαΐου, στις Γερμανικές δυνάμεις της Δύσης (Ολλανδία) να παραδοθούν στον Στρατάρχη Μπέρναρντ Μοντγκόμερι. Κύριο μέλημα του Ντένιτς ήταν να εξασφαλίσει την παράδοση των γερμανικών δυνάμεων στους Συμμάχους και όχι στους Ρώσους. Στις 7 του ίδιου μήνα εξουσιοδότησε τον Άλφρεντ Γιοντλ να υπογράψει το σύμφωνο της άνευ όρων παράδοσης στη Ρεμς της Γαλλίας, ενώ στις 8 ο Βίλχελμ Κάιτελ εξουσιοδοτήθηκε και υπέγραψε ανάλογο σύμφωνο με τις Ρωσικές δυνάμεις του Στρατάρχη Γκεόργκι Ζούκοφ. Η υπογραφή αυτή σήμανε την λήξη του Πολέμου στην Ευρώπη. Η Κυβέρνηση του Φλένσμπουργκ εξακολούθησε να υπάρχει μέχρι τις 23 Μαΐου, οπότε διαλύθηκε και τα μέλη της συνελήφθησαν από τους Βρετανούς.
Μετά τον Πόλεμο
Ο Ντένιτς παραπέμφθηκε ως κατηγορούμενος στην Δίκη της Νυρεμβέργης. Δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στο Ολοκαύτωμα, αν και, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, ήταν συμπαθών τόσο του Ναζιστικού Κόμματος όσο και της ιδεολογίας του. Κατηγορήθηκε, όμως, ότι είχε δώσει διαταγή "ολοκληρωτικού πολέμου" στα υποβρύχιά του, με αποτέλεσμα να μην ενδιαφέρονται για τους επιζώντες των καταβυθιζόμενων πλοίων. Ο Ντένιτς, όμως, προσκόμισε διαταγή του Ναυάρχου του Ειρηνικού Τσέστερ Νίμιτς, στην οποία αυτός συνιστούσε στα πληρώματα των υποβρυχίων να μη προβαίνουν σε διασώσεις, αν διαπίστωναν τον παραμικρό κίνδυνο. Το Δικαστήριο, κατά πολλούς εξαντλώντας την αυστηρότητά του, καταδίκασε τον Ντένιτς σε 10ετή κάθειρξη για "εγκλήματα κατά της ειρήνης", ποινή που εξέτισε στη φυλακή του Σπάνταου στο Βερολίνο. Αφέθηκε ελεύθερος την 1η Οκτωβρίου 1956 και αποσύρθηκε στο χωριό Αουμίλε (Aumühle) του Σλέσβιχ-Χολστάιν στη βορειοδυτική Γερμανία. Το 1958 παρουσίασε το βιβλίο του "Memoirs: Zehn Jahre, Zwanzig Tage" (Απομνημονεύματα: Δέκα χρόνια, είκοσι ημέρες), στο οποίο εκθέτει τις εμπειρίες του στα υποβρύχια (δέκα χρόνια) και στην Κυβέρνηση (είκοσι ημέρες). Αναφέρει σε αυτό ότι το Ναζιστικό καθεστώς ήταν προϊόν της εποχής του, ισχυρίζεται ότι δεν ήταν πολιτικός για να μπορεί να παρέμβει στα εγκλήματα του καθεστώτος ή να έχει ηθική ευθύνη γι' αυτά, ενώ κατηγορεί την δικτατορία, ως πολίτευμα, αποδίδοντας σε αυτήν πολλές από τις Ναζιστικές αποτυχίες.Το 1968 εξέδωσε δεύτερο βιβλίο, με τίτλο "Mein wechselvolles Leben" (Η πολυτάραχη ζωή μου), το οποίο δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστό, καθώς πραγματεύεται γεγονότα προ του 1934. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στο Αουμίλε στις 24 Δεκεμβρίου 1980.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

ΟΡΛΩΦΙΚΑ

Ορλωφικά
Ελληνική εξέγερση που ξέσπασε με την υποκίνηση της Ρωσίας το 1770, η οποία έστειλε στην Ελλάδα τους αδελφούς Ορλώφ για να αναλάβουν την ηγεσία. Με τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή οι ρωσικές δυνάμεις αποχώρησαν εγκαταλείποντας τους Έλληνες.
Οι Ρώσοι και οι Έλληνες είχαν φιλικές σχέσεις λόγω της κοινής Ορθόδοξης πίστης τους. Ταυτόχρονα οι Ρώσοι θεωρούσαν ότι οι Έλληνες μπορούσαν να αποδυναμώσουν την οθωμανική αυτοκρατορία προς δικό τους όφελος ενώ οι Έλληνες, από τότε που άρχισαν να αποκτούν εθνική συνείδηση ήλπιζαν ότι η Ρωσία θα τους χαρίσει την απελευθέρωσή τους.
Ο Μέγας Πέτρος ήταν ο πρώτος Ρώσος που είχε συλλάβει το όνειρο της ανασύστασης της βυζαντινής αυτοκρατορίας υπό τας διαταγάς του και για αυτόν το λόγο έκανε ότι μπορούσε για να διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες τους οποίους λογάριαζε να χρησιμοποιήσει μελλοντικά εναντίον του Σουλτάνου. Οι Έλληνες αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Πέτρου τον προστάτη τους και τον αντιμετώπιζαν σχεδόν σαν Άγιο. Οι ρωσικές βλέψεις κληρονομήθηκαν ως φυσική συνέχεια και στους διαδόχους τους Πέτρου. Έτσι η Αικατερίνη Β', που βρισκόταν σε πόλεμο με την Υψηλή Πύλη από τον Ιανουάριο του 1769, σκέφτηκε αμέσως τους Έλληνες, όταν της χρειάστηκε ένας αντιπερισπασμός για να σώσει τον στρατό της που απειλούνταν από τους Τατάρους στις όχθες του Δνείπερου ποταμού.
ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ