Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

BERGEN (NORWAY) - ΜΠΕΡΓΚΕΝ (ΝΟΡΒΗΓΙΑ)

Μπέργκεν
Κατά μια ορισμένη αίσθηση, η ιστορία του μπακαλιάρου έχει γραφεί στο Μπέργκεν. Εδώ έφτανε το ψάρι από τα λιμάνια της βόρειας Νορβηγίας για να γίνει καπνιστό – υπήρχαν 23 διαφορετικά είδη με αντίστοιχες τιμές και αντίστοιχους πελάτες – και να αποθηκευτεί σε μεγάλες αποθήκες πριν φορτωθεί στα πλοία που κατευθύνονταν στην Ευρώπη. Τα αποξηραμένα ψάρια αποτελούσαν επί τουλάχιστον 4 αιώνες τις μοναδικές σχεδόν νορβηγικές εξαγωγές. Οι ρίζες του Μπέργκεν – η αρχαία προβλήτα του Μπέργκεν που είναι χτισμένη στην ανατολική ακτή του Βέγκεν (κόλπου) – συνδέονται στενά με τις μεσαιωνικές καταβολές της πόλης που ιδρύθηκε από τον βασιλιά Όλαφ Κίρε περί το 1070. Τον 13ο αιώνα ήδη η προβλήτα αποτελούσε το πολυπληθές εμπορικό και οικονομικό κέντρο της πόλης, όπου υπήρχαν περί τις 30 αποθήκες για να δέχονται τα εμπορεύματα που έφταναν από τα βρετανικά Φαρ Ορ (Φαρόες Νήσοι) και τις βαλτικές ακτές. Το 1360 η οικονομική ζωή του λιμανιού του Μπέργκεν έφτασε σε αποφασιστική καμπή όταν επιλέχθηκε να γίνει Κόντορ ή εμπορικό κέντρο της Χανσεατικής Ένωσης, παράλληλα με το Νόβγκροντ, το Μπρυζ και το Λονδίνο. Από εκείνη τη στιγμή και για τους επόμενους δύο αιώνες, οι Γερμανοί έμποροι είχαν το μονοπώλιο στο λιμάνι, το όνομα του οποίου είναι σύντμηση της νορβηγικής λέξης «τισκερμπρίγκεν» (προβλήτα των Γερμανών». Σε αντάλλαγμα των αποξηραμένων ψαριών, για τα οποία υπήρχε μεγάλη ζήτηση κυρίως στις καθολικές χώρες, οι Νορβηγοί λάμβαναν δημητριακά, καθώς πολύ λίγα μπορούσαν να αναπτυχθούν σε αυτά τα πλάτη και πολύτιμα αγαθά, όπως υφάσματα, κεραμικά, γυαλί και κρασί από την κοιλάδα του Ρήνου. Το Μπέργκεν Κόντορ ήταν αποκλειστικά ανδρική κοινότητα, στα μέλη της οποίας απαγορευόταν αυστηρά η συντροφιά των ντόπιων γυναικών. Οι σύζυγοι, οι αρραβωνιαστικιές και η θηλυκή συντροφιά διαφόρων ειδών επιτρεπόταν στην τοποθεσία αυτή μόνο μεταξύ άνοιξης και φθινοπώρου κάθε χρόνου, αλλά έπρεπε να επιτρέψουν στην πατρίδα τους υπόλοιπους μήνες. Η κοινότητα σταδιακά έφτασε να αριθμεί 1.000 Γερμανούς κατοίκους και η διοίκηση γινόταν με νόμους που είχαν φτιάξει μόνοι τους, μεταξύ των οποίων ο σημαντικότερος ήταν η απαγόρευση ανάμματος φωτιάς. Τα σπίτια στο Μπέργκεν, που συνήθως περιείχαν και καταστήματα, ήταν διώροφα ή τριώροφα κτίρια, τα επονομαζόμενα λοφτ και ήταν φτιαγμένα εξ ολοκλήρου από ξύλο με δωμάτια για κατοικία στους επάνω ορόφους και σανιδένιες οροφές που καλύπτονταν από κεραμίδια. Ακόμη και τα στενά περάσματα ανάμεσα στα κτίρια ήταν στρωμένα με σανίδια. Στο πίσω μέρος του λοφτ υπήρχαν τα σετστούερ, κοινόχρηστοι χώροι όπου συναντιόντουσαν οι έμποροι στο τέλος της ημέρας. Παρά την αυστηρότητα των κανονισμών, το Μπέργκεν επανειλημμένως καταστράφηκε από φωτιά, όμως σε όλες τις περιπτώσεις τα κτίρια κατασκευάστηκαν εκ νέου σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια. Η ανάγκη για την ταχεία επανέναρξη της λειτουργίας του εμπορίου απέτρεψε κάθε εξέλιξη στον σχεδιασμό των κατασκευών και έτσι το περίγραμμα της περιοχής του λιμανιού παρέμεινε αναλλοίωτο με το πέρασμα του χρόνου. Στην αυγή του 17ου αιώνα το εμπορικό δίκτυο της Χανσεατικής Ένωσης άρχισε να φθίνει καθώς πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανέλαβαν εκ νέου τον έλεγχο του εμπορίου των δικών τους προϊόντων. Το 1630 Νορβηγοί έμποροι άρχισαν να αγοράζουν τις πρώτες αποθήκες και έναν αιώνα αργότερα οι Γερμανοί κατείχαν μόλις εννέα. Στις 17 Οκτωβρίου 1754, το Κόντορ του Μπέργκεν πέρασε οριστικά στα χέρια των Νορβηγών, οι οποίοι όμως διατήρησαν τους υπάρχοντες κανονισμούς και τη γερμανική γλώσσα σαν κοινή γλώσσα του εμπορίου. Μετά το 1850, πάντως, η βιομηχανική επανάσταση έφτασε μέχρι τις ακτές της Σκανδιναβίας και το παραδοσιακό εμπόριο ψαριών δοκιμάστηκε καθώς πέρασε στα χέρια άλλου είδους επιχειρηματιών. Η περιοχή του λιμανιού σύντομα αποδείχτηκε ανεπαρκής και στις 31 Δεκεμβρίου 1899 το Κόντορ έκλεισε οριστικά. Από τότε το Μπέργκεν υπέστη μια σειρά από δοκιμασίες. Το 1910 τα κτίρια στο νότιο μέρος της τοποθεσίας κατεδαφίστηκαν για να δώσουν τη θέση τους σε αποθήκες από τούβλα. Το 1944 μια έκρηξη κατέστρεψε πολλές από τις οροφές και το 1955 μια πυρκαγιά έκαψε τα μισά από τα κτίρια. Σήμερα, στο παλαιότερο εμπορικό κέντρο του κόσμου διασώζονται μόλις 58 κατασκευές που έχουν εν μέρει ανακατασκευαστεί σύμφωνα με τα αρχικά κριτήρια και έχουν βαφεί με ζωηρό κόκκινο χρώμα. Στεγάζουν εστιατόρια και εκθέσεις τέχνης και μια από αυτές, σε ανάμνηση του παρελθόντος, περιλαμβάνει το μουσείο της Χανσεατικής Ένωσης.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: