Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

PALACE AND PARK OF VERSAILLES (FRANCE) - ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΚΑ ΤΩΝ ΒΕΡΣΑΛΛΙΩΝ (ΓΑΛΛΙΑ)

Το ανάκτορο και τα πάρκα των Βερσαλλιών Χάρη σε ένα μυστικό πέρασμα που συνέδεε τα διαμερίσματα της βασίλισσας με εκείνα του βασιλιά, στις 6 Οκτωβρίου 1789 η Μαρία Αντουανέτα κατάφερε να ξεφύγει από το αγριεμένο πλήθος, όμως η σωτηρία της δεν κράτησε πολύ. Την επόμενη μέρα το πρωί. Ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ και η σύζυγός του συνελήφθησαν και 4 χρόνια αργότερα εκτελέστηκαν και οι δύο.
Το ανάκτορο των Βερσαλλιών συνεπώς ήταν ο τόπος του τραγικού, αν και προσωρινού, τέλους της γαλλικής μοναρχίας που ανατράπηκε από τα χρέη που άφησε ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ σε έναν γιο πολύ νέο και ανέτοιμο να κυβερνήσει. Όμως, ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ ήταν ήδη 20 ετών όταν ανήλθε στον θρόνο, ενώ ο πιο διάσημος προκάτοχός του, Λουδοβίκος ΙΔ΄, ο οποίος είχε κατασκευάσει το μεγαλοπρεπές ανάκτορο, ήταν μόλις 5 ετών όταν έγινε βασιλιάς. Επί πλέον, ο βασιλιάς Ήλιος ήταν μόνο 23 ετών όταν πέθανε ο ικανός διπλωμάτης καρδινάλιος Μαζαρίνος και ο βασιλιάς αποφάσισε να κυβερνήσει τη Γαλλία μόνο με τη βοήθεια του έμπιστου συμβούλου του, Ζαν Μπατίστ Κολμπέρ.
Η ιστορία των Βερσαλλιών ξεκίνησε στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν ο νεαρός κληρονόμος του θρόνου Λουδοβίκος ΙΓ΄ περνούσε πολλές ημέρες κυνηγώντας στα δάση και στα χωράφια γύρω από το χωριό των Βερσαλλιών. Μόλις έγινε βασιλιάς κατέφυγε εκεί για να αποφύγει την ανία των αυλικών τελετών και στη συνέχεια αγόρασε ολόκληρο το φέουδο των Βερσαλλιών στις 8 Απριλίου 1623, όπου κατασκεύασε ένα μικρό κυνηγετικό κατάλυμα. Αυτό το πέτρινο, πλινθόκτιστο και πλακόστρωτο κτίριο περιλαμβάνεται σήμερα στο μεγαλοπρεπές σώμα του ανακτόρου και είναι γνωστό σαν Παλαιό Κάστρο.
Ο Λουδοβίκος ΙΓ΄, πάντως δεν μπόρεσε να απολαύσει την ειρήνη των Βερσαλλιών επί μακρόν. Το 1632 πέθανε πρόωρα και άφησε τον θρόνο στον νεαρό γιο του Λουδοβίκο, μελλοντικό Βασιλιά Ήλιο. Ο νεαρός βασιλιάς νυμφεύτηκε τη Μαρία Τερέζα, κόρη του Ισπανού μονάρχη, στηρίζοντας με αυτό τον τρόπο το βασίλειό του και έτσι ξεκίνησε την επέκτασή του ανακτόρου του πατέρα του. Κάτω από την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Λουί Λε Βο κατασκευάστηκαν δύο παράλληλα κτίρια μπροστά από το ανάκτορο που ήδη υπήρχε, διακοσμήθηκαν τα εσωτερικά και χαράκτηκε ο κήπος. Επειδή όμως ακόμη και αυτές οι βελτιώσεις δεν ήταν ικανές να ικανοποιήσουν τα φιλόδοξα σχέδια του βασιλιά, το 1668 αποφάσισε να πραγματοποιήσει μια δεύτερη επέκταση. Για μια ακόμη φορά επιφόρτισε τον Λε Βο που ήθελε να κατεδαφίσει το παλαιότερο κτίριο, όμως ο βασιλιάς αντιτάχθηκε σε αυτό και ζήτησε να κατασκευαστεί το καινούργιο ανάκτορο γύρω από το παλαιό, σαν «Φάκελος». Με αυτή την επέκταση δημιουργήθηκαν και τα κρατικά διαμερίσματα. Με τον θάνατο του Λε Βο το 1670, το σχέδιο της βεράντας που δεσπόζει στον κήπο και ήταν εμπνευσμένο από την αρχιτεκτονική των επαύλεων του ιταλικού μπαρόκ ανατέθηκε στον Φρανσουά ντ’ Ορμπέ.
Το 1678 ο Βασιλιάς Ήλιος αποφάσισε να κάνει τις Βερσαλλίες σύμβολο του γαλλικού στέμματος. Προσκάλεσε έναν νεαρό αρχιτέκτονα, τον Ζιλ Αρντουέν Μανσάρ, ο οποίος μέσα σε 6 χρόνια κατασκεύασε τις γιγάντιες πτέρυγες βορείως και νοτίως του ανακτόρου, την «ορανζερί», τους στάβλους και τα μεγάλα κτίρια για το προσωπικό. Πάντως, η πιο σημαντική συνεισφορά του ήταν η μεταμόρφωση της βεράντας στην διάσημη «Αίθουσα των Κατόπτρων» που επρόκειτο να γίνει το έμβλημα της απόλυτης ισχύος της μοναρχίας. Η υπέροχη αίθουσα έχει μήκος 73, πλάτος 10 και ύψος 12 μέτρα. Στο ένα άκρο βρισκόταν το Σαλόν ντε λα Πε (Αίθουσα της Ειρήνης) και στο άλλο το Σαλόν ντε λα Γκερ (Αίθουσα του Πολέμου). Δεκαεπτά τεράστια παράθυρα που έβλεπαν στον κήπο αντισταθμίζονται από ίσο αριθμό καθρεπτών που κατασκευάστηκαν σε ένα παρισινό εργαστήριο, φτιαγμένα σκοπίμως από τον Κολμπέρ για να ανταγωνίζονται εκείνα της Βενετίας. Οι αψίδες στηρίζονται πάνω σε μαρμάρινους κίονες και μπρούτζινα κιονόκρανα διακοσμημένα με πετεινούς και κρίνα, τα σύμβολα της Γαλλίας. Ο Σαρλ Λε Μπρουν ήταν υπεύθυνος για τις διακοσμήσεις του ανακτόρου και επιμελήθηκε προσωπικά τις εικόνες της οροφής: 30 εικόνες που πλαισιώνονται με γυψομάρμαρο τονίζουν τη μεγαλοπρέπεια του Βασιλιά Ήλιου μέσω μυθολογικών υπαινιγμών και αναφορών στους στρατιωτικούς και πολιτικούς θριάμβους του.
Στις 6 Μαΐου 1682 οι Βερσαλλίες έγιναν η επίσημη κατοικία της γαλλικής αυλής και αντικατέστησαν το Λούβρο και το Σεν Ζερμέν αν Λε. Το σχέδιο για την αναπροσαρμογή της τοποθεσίας χρειάστηκε 36.000 εργάτες, αλλά όταν ολοκληρώθηκε, το ανάκτορο μπορούσε να φιλοξενήσει 5.000 προσκεκλημένους. Επί πλέον άλλοι 14.000 φρουροί και υπηρετικό προσωπικό ζούσαν σε καταλύματα που βρίσκονταν δίπλα στο ανάκτορο. Οι κήποι σχεδιάστηκαν από τον κηπουρό Αντρό Λε Νοτρ. Υπό την εποπτεία του ισοπεδώθηκαν 810 εκτάρια γης για τη δημιουργία κεκλιμένων επιπέδων και βεραντών, λεωφόρων, φυτών, 1.400 πιδάκων και σιντριβανιών και 400 γλυπτών.
Η εκπληκτική ομορφιά του πάρκου βρίσκεται πέρα από την Αίθουσα των Κατόπτρων, δεν μπορεί να περιγραφεί με απλούς αριθμούς. Μέσα στα όρια της περιοχής ο Λε Νοτρ δημιούργησε δεκάδες διαφορετικά φυσική σκηνικά που συνδέονταν με λεωφόρους που οδηγούσαν στο βασιλικό Ετουάλ. Ακριβώς πίσω από το ανάκτορο βρίσκεται το Παρτέρ ντ’ Ο, δύο παράλληλες λίμνες που οδηγούν στη Λατόνα Πουλ και στο δικό του Παρτέρ. Στα δεξιά, προς βορρά βρίσκεται το τεράστιο Πιές ντ’ Ο ντε Σουίς και, όταν κάποιος αρχίζει να απομακρύνεται από το ανάκτορο, υπάρχει η Λίμνη του Απόλλωνα και μετά το Μεγάλο Κανάλι. Το τελευταίο αποτελεί έναν όγκο νερού που καταλαμβάνει έκταση 230 στρεμμάτων, έχει περίμετρο μεγαλύτερη από 5 χιλιόμετρα και αποτελούσε τοποθεσία όπου λάμβαναν χώρα εορτασμοί για το νερό στη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄.
Το πάρκο περιέχει μικρότερα κτίρια όπως το κυκλικό μαρμάρινο περιστύλιο που σχεδιάστηκε από τον Μανσάρ το 1685, τον εντυπωσιακό πίδακα του Ποσειδώνα από τον Λε Νοτρ και τον Μανσάρ, καθώς και το Μικρό και Μεγάλο Τριανόν. Το Μικρό Τριανόν κατασκευάστηκε το 1762 σαν καταφύγιο για τα συχνά ραντεβού του Λουδοβίκου ΙΕ΄ και αργότερα χρησιμοποιήθηκε για απομόνωση της Μαρίας Αντουανέτας. Το Μεγάλο Τριανόν κατασκευάστηκε από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ το 1687 για τις φανερές συναντήσεις με την ευνοούμενή του, μαντάμ ντε Μεντενόν.
Η μέρα του Βασιλιά Ήλιου ξεκινούσε ακριβώς στις 08:30 και το πρώτο του ραντεβού κανονιζόταν για τις 10:00 στην Αίθουσα των Κατόπτρων. Εδώ συναντούσε τους κοινούς θνητούς που επιθυμούσαν να παρουσιάσουν κάποιο αίτημά τους. Ακολούθως, στις 11:00 μετέβαινε στο Σαπέλ Ρουαγιάλ, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε από τον Ρομπέρ ντε Κοτ το 1710. Ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Λουδοβίκο και διέθετε μια υπερυψωμένη αψίδα όπου καθόταν ο βασιλιάς. Οι αυλικοί καταλάμβαναν τον σηκό και οι γυναίκες ήταν μοιρασμένες στις πλευρικές στοές. Το Σαπέλ που κατασκευάστηκε σε γοτθικό ρυθμό και μπαρόκ ρυθμό έχει λευκά μαρμάρινα εσωτερικά και επίχρυσα στοκαρίσματα και έξοχα παράθυρα.
Οι κίονες με τα ανάγλυφα, οι τοιχογραφημένοι θόλοι και το μωσαϊκό πάτωμα είναι τυπικά των αρχών του 18ου αιώνα. Μετά τις συγκεντρώσεις ο βασιλιάς επέστρεφε στα ιδιωτικά του διαμερίσματα όπου ακολουθούσε η ημερήσια συνάντηση του κρατικού συμβουλίου. Μετά από ένα σύντομο γεύμα με τη συνοδεία ενός εσμού αυλικών, ο βασιλιάς έκανε έναν μακρύ περίπατο στο πάρκο και επέστρεφε στις 18:00 ακριβώς. Ο χρόνος που ακολουθούσε ήταν αφιερωμένος σε συζητήσεις στο σαλόνι, σε συναντήσεις πριν από το δείπνο και την ώρα για κατάκλιση.
Μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου ΙΔ΄ το 1715, οι Βερσαλλίες δεν υπέστησαν αλλαγές σε μεγάλη κλίμακα. Προς το τέλος της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΕ΄, ο Ζαν Ανζ Γκαμπριέλ κατασκεύασε το μεγαλοπρεπές βασιλικό θέατρο, την Όπερα, στο βόρειο άκρο της βόρειας πτέρυγας. Το αμφιθέατρο χωρούσε 700 θεατές, ήταν κατασκευασμένο από ξύλο και είχε τέλεια ακουστική. Οι επίχρυσες διακοσμήσεις του, έδεναν αρμονικά με το πράσινο και ροζ μάρμαρο. Μια πολύπλοκη μηχανολογική επινόηση μπορούσε να ανυψώσει το αμφιθέατρο στο ύψος της σκηνής, επιτρέποντας έτσι να πραγματοποιούνται πολυτελείς δεξιώσεις της αυλής. Τα εκπληκτικά έξοδα που χρειάζονταν για τη λειτουργία του κτιρίου (10.000 κεριά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τον εορτασμό μιας και μόνο νύχτας) σήμαιναν ότι η χρήση του θεάτρου γινόταν σε σπάνιες περιπτώσεις. Μια από τις περιπτώσεις αυτές ήταν ο γάμος του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ με την Μαρία Αντουανέτα, το 1770.
Μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την επιστροφή στη μοναρχία, η τελευταία καινοτομία έγινε από τον Λουδοβίκο Φίλιππο το 1837. Η νότια πτέρυγα του ανακτόρου μετατράπηκε σε μουσείο της γαλλικής ιστορίας και 60.000 τετραγωνικά μέτρα αφιερώθηκαν στον εορτασμό της «δόξας της Γαλλίας». Για την ολοκλήρωση αυτού του τεράστιου έργου, ο βασιλιάς παράγγειλε περισσότερους από 3.000 πίνακες από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής, όπως καλλιτέχνες του διαμετρήματος του Ευγένιου Ντελακρουά. Καθώς περιδιαβαίνει κανείς μέσα στις αίθουσες ξετυλίγεται μπροστά του ολόκληρη η γαλλική ιστορία, από την εποχή της δυναστείας των Καπέτων μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Οι Βερσαλλίες αποτελούν το ένδοξο παρελθόν της Γαλλίας, όμως εξακολουθούν και σήμερα να χρειάζονται πολυάριθμο προσωπικό: 11 διευθυντές μουσείου και 3 αρχιτέκτονες για να επιβλέπουν τις 700 αίθουσες, τα 67 κλιμακοστάσια και τα 2.153 παράθυρα. 48 κηπουρούς για την περιποίηση του πάρκου, τη φύτευση 210.000 νέων λουλουδιών κάθε χρόνο και την επίβλεψη 200.000 δέντρων. 5 ανθρώπων ειδικούς για τη φροντίδα των πιδάκων και σιντριβανιών. 18 άτομα εξειδικευμένα για την αποκατάσταση των 6.000 πινάκων, των 1.500 σχεδίων, των 15.000 εγχαράξεων, των 2.100 γλυπτών και των 5.000 κομματιών της επίπλωσης. 363 φύλακες για την προστασία αυτής της τεράστιας καλλιτεχνικής κληρονομιάς που επισκέπτονται 6.000.000 επισκέπτες κάθε χρόνο.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «UNESCO – ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ Της ΤΕΧΝΗΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια: